Α. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών / Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης "Αλέξανδρος Πουλοβασίλης" (1995- )
Μόνιμο URI για αυτήν την κοινότηταhttps://kalligeneia.aua.gr/handle/10329/8
Η παρούσα κοινότητα περιλαμβάνει σε ξεχωριστές συλλογές τις Διδακτορικές Διατριβές και Μεταπτυχιακές Διπλωματικές Εργασίες σε ηλεκτρονική μορφή πλήρους κειμένου από το 1995 έως σήμερα. Δεν διατηρείται η έντυπη έκδοση.
Περιηγούμαι
Πλοήγηση Α. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών / Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης "Αλέξανδρος Πουλοβασίλης" (1995- ) κατά Έτος Δημοσίευσης
Τώρα δείχνει 1 - 20 από 3146
- Αποτελέσματα ανά σελίδα
- Επιλογές ταξινόμησης
Τεκμήριο Βελτιστοποίηση περιβάλλοντος και ανάπτυξη καλλιεργειών σε συστήματα κάθετης γεωργίαςΒατίστας, Χρήστος Β., 2026-07-04. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση τροφίμων, σε συνδυασμό με τον περιορισμό των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και τη συχνότερη εμφάνιση ακραίων κλιματικών φαινομένων, καθιστούν αναγκαία την ανάπτυξη πιο αποδοτικών και περιβαλλοντικά βιώσιμων συστημάτων παραγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, τα συστήματα ελεγχόμενου περιβάλλοντος (Controlled-Environment Agriculture – CEA) και ειδικότερα οι κάθετες καλλιέργειες (Vertical Farming systems – VFs) αποτελούν μια σύγχρονη μέθοδο παραγωγής τροφίμων, η οποία βασίζεται σε πλήρως ρυθμιζόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες και σε υψηλής πυκνότητας καλλιέργεια υπό τεχνητό φωτισμό. Στα συστήματα αυτά η ανάπτυξη των φυτών υποστηρίζεται κυρίως μέσω υδροπονίας ή αεροπονίας, με ανακυκλοφορία της απορροής και πλήρη έλεγχο των εισροών. Η πολυεπίπεδη διάταξη των μονάδων καλλιέργειας και η χρήση LED φωτισμού υψηλής ενεργειακής απόδοσης επιτρέπουν τη μέγιστη αξιοποίηση του διαθέσιμου χώρου, καθιστώντας τα VFs μία πολλά υποσχόμενη λύση για βιώσιμη παραγωγή σε αστικά περιβάλλοντα με περιορισμένη διαθέσιμη γη. Παρά τα πλεονεκτήματά τους, η ενεργειακή κατανάλωση που απαιτείται για την υποστήριξη του τεχνητού φωτισμού παραμένει ένας από τους σημαντικότερους περιορισμούς για την οικονομική βιωσιμότητα των συστημάτων αυτών. Η παρούσα διατριβή έχει ως κεντρικό στόχο τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας των συστημάτων κάθετης καλλιέργειας μέσω της αύξησης της τελικής παραγωγής, της βελτίωσης της αποδοτικότητας χρήσης ενέργειας και της ορθολογικής αξιοποίησης του τεχνητού φωτισμού. Η ερευνητική προσέγγιση οργανώθηκε σε δύο βασικούς άξονες: Ο πρώτος άξονας επικεντρώθηκε στη διερεύνηση του ρόλου των φασματικών συνθέσεων στην αύξηση του αριθμού και της ποιότητας των παραγόμενων σποροφύτων, καθώς και στη μείωση του χρόνου που απαιτείται για την ανάπτυξη ριζιδίου και βλαστού από τους σπόρους. Η παραγωγή περισσότερων και καλύτερα ανεπτυγμένων σποροφύτων είναι καθοριστική τόσο για καλλιέργειες πλήρους ανάπτυξης όσο και για την παραγωγή microgreens, ενός κλάδου με συνεχώς αυξανόμενο εμπορικό ενδιαφέρον. Δεδομένου ότι σε συστήματα κάθετης καλλιέργειας η ανάπτυξη βασίζεται αποκλειστικά στον τεχνητό φωτισμό, ο προσδιορισμός των κατάλληλων φασμάτων στα πρώιμα στάδια μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μελλοντική συσσώρευση βιομάζας και στη συνολική αύξηση της τελικής παραγωγής. Ο δεύτερος άξονας εστίασε στη μελέτη της χωρικής κατανομής του φωτός μέσα στο σύστημα καλλιέργειας. Στα συστήματα κάθετης καλλιέργειας, η διάταξη των λαμπτήρων σε μικρή απόσταση από τα φυτά και η ιδιαίτερα υψηλή πυκνότητα φύτευσης δημιουργούν περιοχές έντονου και περιορισμένου φωτισμού, με αποτέλεσμα την εμφάνιση σκιασμένων ζωνών που υποβαθμίζουν τη φωτοσυνθετική απόδοση των κατώτερων φύλλων. Σε αντίθεση με το ηλιακό φως, το οποίο διαχέεται φυσικά στο ανοιχτό πεδίο και κατανέμεται πιο ομοιόμορφα πάνω στη φυλλική επιφάνεια, ο τεχνητός φωτισμός στις κλειστές καλλιέργειες απαιτεί προσεκτική διαχείριση προκειμένου να περιοριστεί η ανισοκατανομή φωτονίων. Η ανομοιόμορφη κατανομή του φωτός οδηγεί σε σκιασμένες περιοχές, αυξημένες νεκρώσεις κατώτερων φύλλων και τελικά σε μειωμένη αξιοποίηση των εισροών και απώλειες παραγωγής. Η συγκεκριμένη ερευνητική κατεύθυνση στόχευσε στη βελτίωση της κατανομής του φωτός, στη μείωση των φαινομένων σκίασης και στην αύξηση της συνολικής παραγωγής μέσω τεχνικών που ενισχύουν την ομοιομορφία φωτισμού. Στο πρώτο πείραμα διερευνήθηκε η κατανομή της φωτοσυνθετικά ενεργού ακτινοβολίας (Photosynthetic Active Radiation – PAR) στο εσωτερικό του θαλάμου ανάπτυξης που χρησιμοποιήθηκε στα πειράματα, καθώς και η ενεργειακή του κατανάλωση για διαφορετικές εντάσεις της λάμπας LED. Οι μετρήσεις έδειξαν σημαντικές μεταβολές στην ένταση του φωτός τόσο κατακόρυφα όσο και οριζόντια, με υψηλές τιμές κοντά στην πηγή και αισθητά χαμηλότερες τιμές στα περιφερειακά και κατώτερα σημεία. Οι απομακρυσμένες από τη λάμπα περιοχές παρουσίασαν μεγαλύτερη ομοιομορφία, αλλά με εμφανή εξασθένιση της έντασης όσο αυξάνεται η απόσταση από την πηγή. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν απουσία φυτών, γεγονός που υποδηλώνει ότι με την παρουσία κόμης η ένταση φωτισμού στα κατώτερα στρώματα θα ήταν ακόμη χαμηλότερη και ανεπαρκής για την ομαλή ανάπτυξη. Οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν το συγκεκριμένο φωτιστικό σύστημα και τη δεδομένη διάταξη LED. Διαφορετικές κατανομές φωτιστικών στοιχείων στο πάνελ ενδέχεται να επιτυγχάνουν πιο ομοιόμορφη και αποτελεσματική διάδοση φωτονίων. Το δεύτερο πείραμα εξέτασε την επίδραση οκτώ φασμάτων φωτός και τριών φωτοπεριόδων στη βλάστηση σπόρων μαρουλιού, λάχανου, σπανακιού και ρόκας. Τα είδη παρουσίασαν διαφοροποιημένη ανταπόκριση στο φως, με ορισμένες φασματικές συνθέσεις να ενισχύουν σημαντικά τόσο το ποσοστό βλάστησης όσο και τον χρόνο που απαιτείται για την ανάπτυξη του ριζιδίου. Οι σπόροι μαρουλιού και σπανακιού εμφάνισαν υψηλή βλαστικότητα τόσο στο σκοτάδι όσο και υπό τις περισσότερες συνθήκες φωτισμού, ενώ οι σπόροι λάχανου και ρόκας παρουσίασαν σαφώς καλύτερη απόδοση μόνο υπό φωτιζόμενες συνθήκες. Σημαντικές διαφοροποιήσεις παρατηρήθηκαν επίσης στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των σποροφύτων μεταξύ των διαφορετικών φασμάτων και φωτοπεριόδων. Για τον συνδυασμό αυξημένου αριθμού σποροφύτων και ικανοποιητικών μορφολογικών χαρακτηριστικών, προσδιορίστηκαν οι ενεργειακά αποδοτικότερες συνθήκες για κάθε είδος, με στόχο τη βέλτιστη τελική παραγωγή με τη μικρότερη δυνατή κατανάλωση ενέργειας. Η μελέτη επικεντρώθηκε στα πρώιμα στάδια ανάπτυξης, καλύπτοντας το χρονικό διάστημα των πρώτων επτά ημερών μετά τη σπορά. Το τρίτο πείραμα βασίστηκε στα αποτελέσματα του δεύτερου, όπου το λάχανο και η ρόκα έδειξαν ότι ο χρόνος και το ποσοστό βλάστησης εξαρτώνται άμεσα από την ποιότητα του φωτός. Το εύρημα αυτό δημιούργησε περαιτέρω επιστημονικό ενδιαφέρον, καθώς και τα δύο είδη αποτελούν δημοφιλή προϊόντα στην καλλιέργεια microgreens. Στο πρώτο στάδιο του πειράματος εξετάστηκαν εννέα φάσματα φωτός σε συνδυασμό με τρεις φωτοπεριόδους, με στόχο τον εντοπισμό των συνθηκών που αποδίδουν το μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχούς ανάπτυξης σποροφύτων. Η διάρκεια κάθε πειραματικής επανάληψης ήταν επτά ημέρες, στο τέλος των οποίων καταγράφηκαν η νωπή και η ξηρή βιομάζα των φυταρίων που ανέπτυξαν ρίζα και βλαστό. Η ξηρή βιομάζα ανέδειξε τις διαφοροποιήσεις που προκαλεί κάθε φάσμα στις βιοχημικές διεργασίες των σποροφύτων και στη μετέπειτα συσσώρευση βιομάζας. Στο δεύτερο στάδιο του πειράματος διερευνήθηκε κατά πόσο η χρήση συνδυασμένων φωτισμών θα μπορούσε να αυξήσει την τελική παραγωγή microgreens. Η μεθοδολογία περιλάμβανε (α) αρχική έκθεση των σπόρων στα φάσματα και τις φωτοπεριόδους που είχαν αποδώσει τα υψηλότερα ποσοστά βλάστησης, ώστε να παραχθεί μεγαλύτερος αριθμός σποροφύτων, και (β) στη συνέχεια εφαρμογή του φάσματος που είχε αποδειχθεί ότι ενισχύει περισσότερο τη συσσώρευση ξηρής βιομάζας. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με τη συμβατική μέθοδο καλλιέργειας microgreens, όπου οι σπόροι διατηρούνται στο σκοτάδι για 3–5 ημέρες πριν εκτεθούν στον φωτισμό ανάπτυξης. Δεδομένου ότι το σκοτάδι είχε αποδειχθεί αναποτελεσματικό για λάχανο και ρόκα, ο συνδυασμένος φωτισμός παρείχε σαφές πλεονέκτημα: για το λάχανο η παραγωγή αυξήθηκε κατά περίπου 50 %, ενώ για τη ρόκα κατά περίπου 22 %. Επιπλέον, η αποδοτικότητα χρήσης ενέργειας και φωτός βελτιώθηκε σημαντικά, καθώς η υψηλότερη τελική παραγωγή επέτρεψε πιο αποδοτική αξιοποίηση της παρεχόμενης ενέργειας σε σύγκριση με τη συμβατική μέθοδο καλλιέργειας microgreens. Το τέταρτο πείραμα σχεδιάστηκε με βάση τα ευρήματα του πρώτου, στο οποίο είχε καταγραφεί έντονη ανομοιομορφία στην κατανομή της φωτεινής ακτινοβολίας στο εσωτερικό του θαλάμου ανάπτυξης. Στόχος ήταν να διερευνηθεί κατά πόσο η βελτίωση της διάχυσης του φωτός και η μείωση των σκιασμένων ζωνών μπορούν να αυξήσουν την τελική παραγωγή σε καλλιέργεια πυκνής φύτευσης. Για τον σκοπό αυτό καλλιεργήθηκαν τέσσερα φυτά μαρουλιού στο ίδιο δοχείο και εξετάστηκαν πέντε διαφορετικά σενάρια. Στην πρώτη μέθοδο χρησιμοποιήθηκαν σκουρόχρωμες πλευρικές επιφάνειες, ώστε να αποτραπεί η ανάκλαση των φωτονίων που προέρχονται από τον κατακόρυφο φωτισμό. Στη δεύτερη μέθοδο τοποθετήθηκε απλή ανακλαστική επιφάνεια γύρω από τα φυτά, με σκοπό την ανάκλαση των προσπιπτόντων φωτονίων προς το εσωτερικό της κόμης. Στην τρίτη μέθοδο εφαρμόστηκε ανάγλυφη ανακλαστική επιφάνεια, ικανή να ανακλά την ακτινοβολία προς πολλαπλές κατευθύνσεις και να δημιουργεί πιο έντονη διάχυση φωτός στο εσωτερικό της κόμης. Στην τέταρτη και πέμπτη μέθοδο οι δύο ανακλαστικές επιφάνειες (απλή και ανάγλυφη) συνδυάστηκαν με πλευρικό συμπληρωματικό φωτισμό χαμηλής έντασης μέσω ταινίας LED. Οι ανακλαστικές επιφάνειες βελτίωσαν αισθητά την είσοδο φωτός στο εσωτερικό της κόμης, κάτι που επιβεβαιώθηκε από την αύξηση της παραγόμενης βιομάζας και τη μείωση των νεκρώσεων στα κατώτερα φύλλα, σε σύγκριση με την πρώτη μέθοδο. Οι μέθοδοι που περιλάμβαναν πλευρικό φωτισμό απέδωσαν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα, με την διάταξη ανάγλυφης επιφάνειας σε συνδυασμό με πλευρικό φωτισμό να παρουσιάζει την υψηλότερη απόδοση. Η αποδοτικότητα χρήσης νερού, ενέργειας και φωτός ήταν αυξημένη σε όλες τις βελτιωμένες μεθόδους, με τη μέθοδο της ανάγλυφης επιφάνειας και του πλευρικού φωτισμού να εμφανίζει τη βέλτιστη συνολική επίδοση. Συνολικά, τα αποτελέσματα της διατριβής αναδεικνύουν ότι η στοχευμένη διαχείριση της ποιότητας και της χωρικής κατανομής του φωτός μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά την παραγωγικότητα, την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη λειτουργική σταθερότητα των συστημάτων κάθετης καλλιέργειας. Η βελτίωση των πρώιμων σταδίων ανάπτυξης μέσω κατάλληλων φασματικών συνθέσεων, σε συνδυασμό με τεχνικές που αυξάνουν την ομοιομορφία φωτισμού σε πυκνές καλλιέργειες, προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για τη μείωση του κόστους παραγωγής και την καλύτερη αξιοποίηση των εισροών. Τα ευρήματα μπορούν να εφαρμοστούν τόσο στην παραγωγή microgreens όσο και σε μονάδες μεγάλης κλίμακας φυλλωδών λαχανικών, συμβάλλοντας στη βελτίωση της βιωσιμότητας των κάθετων καλλιεργειών και στην ευρύτερη ενίσχυση της αστικής γεωργίας ως λύση για την επισιτιστική ασφάλεια του μέλλοντος.Τεκμήριο Αξιολόγιση της ποιοτικής κατάστασης ξύλινων στύλων για δίκτυα κοινής ωφέλειας με μη καταστρεπτικές μεθόδουςΚόκκαλη, Δήμητρα Ν., 2026-06-30. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΚαρπενήσιΣτην παρούσα διατριβή εξετάζεται η αξιολόγηση της ποιοτικής κατάστασης των ξύλινων στύλων σε δίκτυα κοινής ωφέλειας, με έμφαση στη χρήση μη καταστρεπτικών μεθόδων ελέγχου. Οι ξύλινοι στύλοι, λόγω της μακροχρόνιας έκθεσής τους σε περιβαλλοντικούς και βιολογικούς παράγοντες, παρουσιάζουν υποβάθμιση των μηχανικών τους ιδιοτήτων, αν και ο εμποτισμός βελτιώνει τη διάρκεια ζωής τους. Με τη χρήση μη καταστρεπτικών μεθόδων αξιολόγησης, όπως ο οπτικός έλεγχος, οι τεχνικές μετάδοσης υπερήχων, η ακουστική τομογραφία, καθώς και οι μέθοδοι αντίστασης - διάτρησης, γίνεται αξιόπιστη εκτίμηση της δομικής επάρκειας των ξύλινων στύλων και ακολούθως συντήρηση ή αντικατάσταση. Παρουσιάζεται μια συγκριτική ανάλυση των μεθόδων και αναδεικνύεται η σημασία της συνδυαστικής χρήσης τους. Τέλος, παρουσιάζονται μετρήσεις πενήντα (50) κορμοτεμαχίων, κατανεμημένα σε πέντε ομάδες στην Περιφερειακή Ενότητα της Ευρυτανίας. Από την αξιολόγηση προέκυψε ότι το 88% των στύλων (44/50) πληρούν πλήρως τις απαιτήσεις, ενώ μόνο ένας στύλος κρίθηκε ακατάλληλος λόγω συνδυασμού τριών σοβαρών ελαττωμάτων (υπερβολικός ρόζος, κυματοειδείς ραγαδώσεις και μέτρια στρεψοΐνια). Επιπλέον, η μέση κωνικομορφία του συνόλου των στύλων διαμορφώθηκε στα 0,82 cm/m, αισθητά κάτω από το ανώτατο επιτρεπτό όριο του EN 14229:2010 (1,5 cm/m). Εξάγονται γενικότερα συμπεράσματα σε σχέση με τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού προτύπου EN 14229:2010 και της προδιαγραφής GR-49 της ΔΕΔΔΗΕ.Τεκμήριο Μελέτη των πληθυσμών του λύκου (Canis lupus) στον Ν. ΕυρυτανίαςΒλαχάκη, Ιουλία Φ., 2026-06-28. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΚαρπενήσιΗ παρούσα μελέτη διερεύνησε τη σύγκρουση μεταξύ κτηνοτροφίας και του Λύκου (Canis lupus) στην Περιφερειακή Ενότητα Ευρυτανίας, προσεγγίζοντας το ζήτημα υπό οικολογικό και κοινωνικό πρίσμα. Στόχος ήταν η αποτύπωση της παρουσίας του είδους, η ποσοτικοποίηση των απωλειών ζωικού κεφαλαίου και η διερεύνηση των στάσεων των κτηνοτρόφων απέναντι στη διατήρησή του. Η έρευνα βασίστηκε σε συνδυασμό μεθόδων πεδίου και κοινωνικής έρευνας. Η παρουσία ατόμων που ταυτίζονται φαινοτυπικά με άτομα λύκου τεκμηριώθηκε μέσω φωτογραφικών καταγραφών και από κάμερες παγίδευσης. Παράλληλα, συλλέχθηκαν δεδομένα μέσω ερωτηματολογίων από κτηνοτρόφους της περιοχής σχετικά με επιθέσεις, απώλειες, εφαρμοζόμενα μέτρα προστασίας και αντιλήψεις για το είδος. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν σημαντικό αριθμό απωλειών, με κύρια θιγόμενα τα αιγοπρόβατα και ιδιαίτερη ευπάθεια των νεαρών και παραγωγικών ζώων. Η στατιστική ανάλυση έδειξε διαφοροποιήσεις στα ποσοστά απωλειών μεταξύ ομάδων εκτροφών, ενώ η αποτελεσματικότητα επιμέρους προληπτικών μέτρων δεν εμφάνισε πάντοτε στατιστικά σημαντική επίδραση, υποδηλώνοντας τον πολυπαραγοντικό χαρακτήρα της σύγκρουσης. Σε κοινωνικό επίπεδο, διαπιστώθηκαν έντονα αρνητικά συναισθήματα έναντι του λύκου και χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης προς τους κρατικούς μηχανισμούς αποζημίωσης. Ωστόσο, η πλειονότητα των συμμετεχόντων αναγνώρισε τη σημασία μη θανατηφόρων μέτρων πρόληψης. Συμπερασματικά, η σύγκρουση στην Ευρυτανία συνιστά σύνθετο κοινωνικο-οικολογικό ζήτημα, η αποτελεσματική διαχείριση του οποίου προϋποθέτει συστηματική οικολογική παρακολούθηση, βελτίωση των προληπτικών πρακτικών, ενίσχυση των αποζημιωτικών μηχανισμών και ενεργό συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας. Η διατήρηση του είδους στην περιοχή εξαρτάται από την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ οικολογικών αναγκών και κοινωνικοοικονομικής βιωσιμότητας της κτηνοτροφίας.Τεκμήριο Βιοδιεγέρτες και βιοφυτοπροστατευτικά προϊόντα στην καλλιέργεια της αμπέλου: in vitro και in planta αξιολόγηση τους με εφαρμογή μεταβολομικήςΛάππα, Μαρία Θ., 2026-06-23. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ άμπελος αποτελεί μία από τις σημαντικότερες καλλιέργειες παγκοσμίως, με ιδιαίτερη οικονομική και αγροδιατροφική αξία. Ωστόσο, η παραγωγή και η ποιότητα των σταφυλιών απειλούνται από πλήθος φυτοπαθογόνων οργανισμών, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη σημασία έχει ο μύκητας Botrytis cinerea, το παθογόνο αίτιο της τεφράς σήψης. Η ανάγκη μείωσης της εξάρτησης από τα χημικά φυτοπροστατευτικά προϊόντα, σε συνδυασμό με τις σύγχρονες απαιτήσεις για βιώσιμη γεωργική παραγωγή, έχει στρέψει το ενδιαφέρον στην αξιοποίηση βιοδιεγερτών και βιοφυτοπροστατευτικών προϊόντων. Στο πλαίσιο αυτό, σκοπός της παρούσας μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας ήταν η αξιολόγηση επιλεγμένων βακτηριακών στελεχών ως παραγόντων βιολογικής καταπολέμησης έναντι του B. cinerea, καθώς και η διερεύνηση της επίδρασης εμπορικών βιοδιεγερτών στον μεταβολισμό φυτών αραβοσίτου και αμπέλου, με εφαρμογή μεταβολομικής ανάλυσης. Αρχικά, αξιολογήθηκε in vitro η ανταγωνιστική δράση βακτηριακών στελεχών των γενών Bacillus, Pseudomonas και Paenibacillus, καθώς και στελέχους που απομονώθηκε από το εμπορικό σκεύασμα Serenade, έναντι διαφορετικών απομονώσεων του B. cinerea. Η δοκιμή πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της διπλής καλλιέργειας σε τρυβλία με θρεπτικό υπόστρωμα PDA και η παρεμπόδιση της μυκηλιακής ανάπτυξης εκτιμήθηκε ποσοτικά με χρήση του λογισμικού ImageJ. Τα στελέχη PLS 623 (Pseudomonas sp.) και PLS 591 (Bacillus sp.) παρουσίασαν τη μεγαλύτερη και πιο σταθερή ανασταλτική δράση στο σύνολο των απομονώσεων του μύκητα. Στη συνέχεια, πραγματοποιήθηκαν in planta δοκιμές σε καρπούς τομάτας και ράγες σταφυλιού, όπου επιβεβαιώθηκε η παθογόνος ικανότητα των στελεχών B. cinerea B05 και Ap31, καθώς και η προστατευτική δράση των επιλεγμένων βακτηριακών στελεχών. Τα PLS 623 και PLS 591 περιόρισαν σημαντικά την ανάπτυξη του παθογόνου, υποδεικνύοντας τη δυνατότητα περαιτέρω αξιοποίησής τους ως βιολογικών παραγόντων καταπολέμησης. Παράλληλα, μελετήθηκε η επίδραση τριών εμπορικών βιοδιεγερτών —χουμικών/φουλβικών οξέων, λαμιναρίνης και εκχυλίσματος Ascophyllum nodosum— στον μεταβολισμό φυτών αραβοσίτου και αμπέλου ποικιλίας Crimson Seedless. Η μεταβολομική ανάλυση πραγματοποιήθηκε με GC/EI/MS και η επεξεργασία των δεδομένων βασίστηκε σε πολυπαραγοντικές στατιστικές μεθόδους, όπως OPLS-DA και ιεραρχική ανάλυση κατά συστάδες. Στον αραβόσιτο, οι βιοδιεγέρτες προκάλεσαν διακριτή μεταβολική διαφοροποίηση σε σχέση με τον μάρτυρα, με τους VIP μεταβολίτες να σχετίζονται κυρίως με τον μεταβολισμό υδατανθράκων, αμινοξέων, οργανικών οξέων και λιπιδιακών ενώσεων. Στην άμπελο, η λαμιναρίνη συνδέθηκε κυρίως με πρώιμη μεταβολική απόκριση, ιδιαίτερα σε μεταβολίτες του κύκλου Krebs, ενώ το εκχύλισμα φυκιών παρουσίασε πιο σταθερή και παρατεταμένη επίδραση, επηρεάζοντας μεταβολίτες που σχετίζονται με τον φαινυλοπροπανοειδή μεταβολισμό, τον λιπιδιακό μεταβολισμό και την αντιοξειδωτική προστασία των μεμβρανών. Συνολικά, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τη δυναμική αξιοποίησης βιοδιεγερτών και βιολογικών παραγόντων καταπολέμησης ως συμπληρωματικών εργαλείων σε πιο βιώσιμα συστήματα φυτοπροστασίας και αμπελοκαλλιέργειας.Τεκμήριο Προοπτικές και προκλήσεις της αξιοποίησης των υπολειμμάτων του αγροδιατροφικού τομέα στη διατροφή των μονογαστρικών ζώωνΑναστασιάδου, Κωνσταντίνα Μ., 2026-06-23. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ παρούσα διπλωματική μελέτη εξετάζει τις προοπτικές και τις προκλήσεις της αξιοποίησης υπολειμμάτων και υποπροϊόντων του αγροδιατροφικού τομέα στη διατροφή των μονογαστρικών ζώων, με έμφαση στους χοίρους και τα πτηνά. Η μελέτη εστιάζει αρχικά στη σημασία της χοιροτροφίας και της πτηνοτροφίας για την κάλυψη των αναγκών σε πρωτεΐνη ζωικής προέλευσης και την επισιτιστική επάρκεια, αλλά και στις πιέσεις που δέχονται οι συγκεκριμένοι κλάδοι λόγω του αυξημένου κόστους των ζωοτροφών, της εξάρτησης από συμβατικές πρωτεϊνούχες πρώτες ύλες, των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα και των αυξανόμενων απαιτήσεων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Σκοπός της εργασίας είναι να διερευνηθεί κατά πόσο τα αγροδιατροφικά υποπροϊόντα μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτικές πρώτες ύλες ζωοτροφών, συμβάλλοντας στη μείωση της σπατάλης πόρων, στη μερική υποκατάσταση συμβατικών ζωοτροφών και στην προώθηση της κυκλικής οικονομίας. Για την προσέγγιση του θέματος αξιοποιούνται επιστημονικές δημοσιεύσεις, διαθέσιμα παγκόσμια, ευρωπαϊκά και εθνικά στατιστικά δεδομένα, καθώς και επίσημα ευρωπαϊκά και εθνικά νομοθετικά κείμενα. Με βάση αυτό το υλικό, αναλύονται η θέση της χοιροτροφίας και της πτηνοτροφίας στη σύγχρονη ζωική παραγωγή, οι βασικές αρχές διατροφής των μονογαστρικών ζώων, η σημασία του σογιάλευρου και των πρωτεϊνούχων πρώτων υλών, καθώς και οι βασικές κατηγορίες υποπροϊόντων του αγροδιατροφικού τομέα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη θρεπτική αξία και στη χημική σύσταση των υποπροϊόντων, στην παρουσία βιοδραστικών ενώσεων, στους αντιδιαιτητικούς παράγοντες, στις τεχνολογικές δυνατότητες επεξεργασίας τους, καθώς και στις απαιτήσεις που αφορούν την ασφάλεια, την υγιεινή και την ιχνηλασιμότητα των ζωοτροφών. Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι, τα αγροδιατροφικά υποπροϊόντα μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να συμβάλουν στη διαμόρφωση πιο βιώσιμων και αποδοτικών συστημάτων διατροφής για τα μονογαστρικά ζώα. Ωστόσο, η αξιοποίησή τους απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό και δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, κατάλληλη επεξεργασία, σαφές θεσμικό πλαίσιο και συνεργασία μεταξύ παραγωγών, επιχειρήσεων, ερευνητικών φορέων και συμβουλευτικών δομών. Συνεπώς, η χρήση τους μπορεί να ενισχύσει τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της ζωικής παραγωγής, εφόσον εντάσσεται σε ένα οργανωμένο, ασφαλές και τεκμηριωμένο πλαίσιο εφαρμογής.Τεκμήριο Βλάστηση και χλωρίδα των προστατευόμενων περιοχών «περιοχή θεσσαλικού κάμπου» και «περιοχή Φαρσάλων»Αλεξίου, Δημήτριος Α., 2026-06-22. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΚαρπενήσιΗ παρούσα εργασία πραγματεύεται τη χλωρίδα και τη βλάστηση δύο προστατευόμενων περιοχών του δικτύου Natura 2000 στη Θεσσαλία: της «Περιοχή Θεσσαλικού Κάμπου» και της «Περιοχή Φαρσάλων». Στόχος της έρευνας ήταν η καταγραφή και ανάλυση της χλωρίδας, η κατάρτιση των βιοτικών, χωρολογικών και οικολογικών φασμάτων της χλωρίδας, καθώς και η φυτοκοινωνιολογική ταξινόμηση της βλάστησης με τη μέθοδο Braun-Blanquet. Πραγματοποιήθηκαν 46 φυτοληψίες κατά την αυξητική περίοδο, στις οποίες καταγράφηκαν συνολικά 77 είδη και υποείδη αγγειόσπερμων φυτών, εκ των οποίων 65 χαρακτηρίστηκαν ως διαφοριστικά των μονάδων βλάστησης. Το βιοτικό φάσμα κυριαρχείται από θερόφυτα (57%) και ημικρυπτόφυτα (33%), ενώ το χωρολογικό φάσμα από Μεσογειακά (33%) και Ευρωπαϊκά (31%) taxa, γεγονότα που επιβεβαιώνουν τον μεσογειακό χαρακτήρα της χλωρίδας και την ανθρωπογενή επίδραση στις περιοχές μελέτης. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία των ξενικών εγκαταστημένων (χωροκατακτητικών) ειδών (7%, 5 taxa). Από τη στατιστική ανάλυση των δεδομένων χλωρίδας διακρίθηκαν οκτώ (8) μονάδες βλάστησης, που ανήκουν σε τέσσερις (4) φυτοκοινωνιολογικές κλάσεις: υγρόφιλη παρόχθια βλάστηση (Phragmito-Magnocaricetea), παρόχθιοι θαμνώνες με κυρίαρχα είδη Rubus sanctus και Robinia pseudacacia (Artemisietea vulgaris), αγροζιζανιοκοινότητες καλλιεργούμενων εκτάσεων (Stellarietea mediae) και βλάστηση ακαλλιέργητων περιοχών (Chenopodietea). Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν την οικολογική αξία των υπό μελέτη περιοχών και την ανάγκη για συστηματική παρακολούθηση και ορθολογική διαχείρισή τους, με έμφαση στον έλεγχο των εισβλητικών ειδών και στην προστασία των παρόχθιων ενδιαιτημάτων.Τεκμήριο Σχεδιαστική πρόταση ανάπλασης του Πάρκου Ειρήνης και Φιλίας και ενοποίησης με τον Δημοτικό Κήπο ΧανίωνΑναγνωστάκης, Γεώργιος Α., 2026-06-17. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΣτην παρούσα διπλωματική μελέτη παρουσιάζεται η πρόταση ανάπλασης του Πάρκου Ειρήνης και Φιλίας στα Χανιά και η ενοποίησή του με τον γειτονικό Δημοτικό Κήπο Χανίων, με στόχο την αισθητική, τη λειτουργική και την περιβαλλοντική αναβάθμιση της περιοχής. Η εργασία στοχεύει σε ένα χώρο ο οποίος εμφανίζει φανερά σημεία υποβάθμισης και εγκατάλειψης σε όλη την έκτασή του, παρά τις υψηλές δυνατότητες αξιοποίησης και ανανέωσής του. Αντικείμενο σχεδιασμού της μελέτης αποτελεί η αναδιοργάνωση του δικτύου κίνησης, μέσω χάραξης σαφών και συνεχών μονοπατιών χωρίς αδιέξοδα, καθιστώντας το χώρο πιο λειτουργικό και φιλικό προς τον επισκέπτη. Παράλληλα, προτείνεται ένα αναδιαμορφωμένο φυτοτεχνικό σχέδιο με στόχο τη βελτίωση του μικροκλίματος, την αισθητική ανανέωση και τη δημιουργία ενός ενιαίου τοπίου με τον Δημοτικό Κήπο. Η ανάπλαση συνοδεύεται από την εισαγωγή νέων χρήσεων στο πάρκο για την προσέλκυση νέων ομάδων επισκεπτών, όπως η σύγχρονη παιδική χαρά, ο υπαίθριος χώρος υδροπιδάκων για θερινή αναψυχή, η πίστα skatepark ως καινοτόμο στοιχείο για την πόλη, το πάρκο σκύλων και οι νέοι οργανωμένοι χώροι καθιστικών. Τέλος, μέσω επανασχεδιασμού της κύριας εισόδου επί της οδού Ανδρέα Παπανδρέου επιδιώκεται η ανάδειξη των ιστορικών στοιχείων του πάρκου οι οποίοι βρίσκονται σε κρυφό και μη προσιτό σημείο, στην υφιστάμενη κατάσταση του πάρκου. Συνολικά, η πρόταση ανάπλασης στοχεύει στη μετατροπή του πάρκου σε έναν ζωντανό, ασφαλή και ελκυστικό δημόσιο χώρο, που θα ενισχύει την κοινωνική ζωή, θα προάγει τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη και θα ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες των κατοίκων και των επισκεπτών.Τεκμήριο Μελέτη συσχέτισης διατροφικής συμπεριφοράς και πρόσληψης υγρών με κοινωνικούς παράγοντες σε ευαίσθητες κοινωνικά ομάδεςΠέπας, Άλεξ Β., 2026-06-12. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ διατροφή και η επαρκής ενυδάτωση συνδέονται στενά με την υγεία και την ποιότητα ζωής. Οι υγιεινές όμως επιλογές δεν είναι εξίσου εφικτές για όλους, καθώς εξαρτώνται από το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον και από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις ευάλωτες ομάδες. Σκοπός της διατριβής ήταν να διερευνηθεί η ποιότητα της διατροφής, η προσκόλληση στη Μεσογειακή Διατροφή, η ενυδάτωση, η σωματική κατάσταση και ο ρόλος του κοινωνικού κεφαλαίου και της ποιότητας ζωής, σε τρεις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού (συνολικά 4.622 άτομα): ωφελούμενους του πιλοτικού προγράμματος «Σχολικά Γεύματα» (797 συμμετέχοντες: 311 μαθητές, 327 γονείς, 159 εκπαιδευτικοί), άτομα τρίτης ηλικίας (890 συμμετέχοντες – 436 στην Κρήτη και 454 στην Αθήνα) και ενήλικες δικαιούχους επισιτιστικής βοήθειας ΤΕΒΑ (2.935 άτομα). Μεθοδολογικά, αξιοποιήθηκαν δεδομένα από συγχρονικές μελέτες πεδίου, με σταθμισμένα ερωτηματολόγια και ανθρωπομετρικές μετρήσεις. Στα σχολεία, η συμμετοχή βελτίωσε την προσκόλληση στη Μεσογειακή Διατροφή (από 34,5% σε 40,8%) και έγινε ευρέως αποδεκτή, ωστόσο αυξήθηκαν ταυτόχρονα τόσο τα παχύσαρκα (από 6,8% σε 15,1%) όσο και τα ελλειποβαρή παιδιά (από 4,3% σε 6,8%), μια πρώιμη μορφή συνύπαρξης υποσιτισμού και παχυσαρκίας που δείχνει ότι το σχολικό γεύμα από μόνο του δεν αρκεί. Στους ηλικιωμένους η προσκόλληση ήταν μέτρια (μέση τιμή ~32/55, υψηλή μόνο στο 16,7%), ενώ το κοινωνικό κεφάλαιο συσχετίστηκε θετικά με την προσκόλληση στη Μεσογειακή Διατροφή. Η πρόσληψη νερού ήταν επαρκής (περίπου 2,6 L/ημέρα στους άνδρες και 2,4 L/ημέρα στις γυναίκες) και κύριος προγνωστικός παράγοντάς της ήταν η ποικιλία των ροφημάτων. Στους δικαιούχους της επισιτιστικής βοήθειας η εικόνα ήταν επιβαρυμένη: περίπου το 42% λάμβανε λιγότερες από 1.950 kcal την ημέρα, το 18,6% δεν κάλυπτε τις ανάγκες σε πρωτεΐνη και το 69,4% ήταν υπέρβαρο ή παχύσαρκο, με συχνές ελλείψεις σε βιταμίνη D, ασβέστιο, φυλλικό οξύ και σίδηρο. Παρατηρήθηκε δηλαδή ταυτόχρονη ύπαρξη υποσιτισμού και παχυσαρκίας. Συμπερασματικά, η διατροφή και η ενυδάτωση των ευάλωτων ομάδων δεν είναι ζήτημα ατομικής μόνο επιλογής, αλλά αντανακλούν το κοινωνικό τους πλαίσιο, με το κοινωνικό κεφάλαιο και την ποιότητα ζωής να λειτουργούν προστατευτικά. Οι διατροφικές παρεμβάσεις χρειάζεται συνεπώς να συνδυάζονται με κοινωνική στήριξη και με ενίσχυση των δεσμών της κοινότητας, ώστε να μειωθούν οι διατροφικές ανισότητες.Τεκμήριο Λειτουργική ανάλυση των μηχανισμών ανθεκτικότητας των εχθρών καλλιεργειών στα εντομοκτόνα, με έμφαση στις κυτοχρωμικές οξειδάσες P450 (cytochrome P450s)Τσακιρέλη, Δήμητρα Α., 2026-06-10. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων και ακαρεοκτόνων στη γεωργία έχει οδηγήσει στην εμφάνιση ανθεκτικότητας σε πολλά επιβλαβή αρθρόποδα, περιορίζοντας σταδιακά την αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων χημικών μέσων. Η κατανόηση των μοριακών μηχανισμών που σχετίζονται με τo φαινόμενo της ανθεκτικότητας είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων στρατηγικών διαχείρισης κι αντιμετώπισης του φαινομένου. Η παρούσα διατριβή εξετάζει το ρόλο των κυτοχρωμικών οξειδασών P450 στην ανάπτυξη της ανθεκτικότητας σε εντομοκτόνα και ακαρεοκτόνα σε τρία είδη αρθροπόδων με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για τη γεωργία και τη μελισσοκομία: τον τετράνυχο Tetranychus urticae, τον δάκο της ελιάς Bactrocera oleae και το παρασιτικό άκαρι της μέλισσας Varroa destructor. Επιλεγμένα γονίδια των κυτοχρωμικών οξειδασών P450 εκφράστηκαν ετερόλογα σε βακτήρια E. coli, προκειμένου να διερευνηθεί in vitro η ικανότητα των αντίστοιχων ενζύμων να μεταβολίζουν εντομοκτόνα και ακαρεοκτόνα, ενώ στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε ταυτοποίηση των παραγόμενων μεταβολιτών. Στον τετράνυχο Tetranychus urticae η λειτουργική ανάλυση των κυτοχρωμικών οξειδασών P450 CYP392A16, CYP392A11, CYP392D8 και CYP392D2 έδειξε ότι τα ένζυμα αυτά μπορούν να μεταβολίζουν ακαρεοκτόνα διαφορετικών χημικών ομάδων, όπως τα pyflubumide, bifenazate, amitraz, chlorfenapyr, pyridaben και etoxazole. Στο δάκο της ελιάς Bactrocera oleae διαπιστώθηκε ότι οι κυτοχρωμικές οξειδάσες P450 CYP6G6, CYP6G28, CYP6A61 και CYP4P6 συμμετέχουν στον μεταβολισμό πυρεθροειδών. Στο παρασιτικό άκαρι της μέλισσας Varroa destructor η κυτοχρωμική οξειδάση P450 CYP3002B2 βρέθηκε να μεταβολίζει τα ακαρεοκτόνα amitraz και flumethrin. Συνολικά, η διατριβή παρέχει in vitro λειτουργικά δεδομένα για τον ρόλο επιλεγμένων κυτοχρωμικών οξειδασών P450 στον μεταβολισμό εντομοκτόνων και ακαρεοκτόνων σε τρία σημαντικά είδη επιβλαβών αρθροπόδων και συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση της μεταβολικής ανθεκτικότητας. Τα δεδομένα αυτά συμβάλλουν στην αναγνώριση κυτοχρωμικών οξειδασών P450 που σχετίζονται με τη μεταβολική ανθεκτικότητα και μπορούν να υποστηρίξουν την επιλογή υποψήφιων μοριακών δεικτών για την ανάπτυξη διαγνωστικών εργαλείων ανίχνευσης και παρακολούθησής του φαινομένου. Επιπλέον, η εργασία οδήγησε στη δημιουργία βιβλιοθηκών ανασυνδυασμένων κυτοχρωμικών οξειδασών P450, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν σε μελλοντικές μελέτες για την αξιολόγηση νέων δραστικών ουσιών και πιθανών αναστολέων των ενζύμων αυτών, συμβάλλοντας στον σχεδιασμό βελτιωμένων σκευασμάτων με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα έναντι ανθεκτικών πληθυσμών. Με τον τρόπο αυτό, τα δεδομένα της διατριβής μπορούν να συμβάλουν σε πιο τεκμηριωμένες στρατηγικές διαχείρισης της ανθεκτικότητας.Τεκμήριο Διερεύνηση φαρμακολογικών στόχων στη Διαταραχή Αυτιστικού ΦάσματοςΝασάι, Κατερίνα Μ., 2026-06-02. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) αποτελεί μια πολυπαραγοντική νευροαναπτυξιακή διαταραχή, που σχετίζεται με γενετικούς, επιγενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν μοριακά μονοπάτια και βιολογικές διεργασίες που σχετίζονται με τη λειτουργία του εγκεφάλου. Η ΔΑΦ χαρακτηρίζεται από ελλειμματική κοινωνική επικοινωνία και αλληλεπίδραση, καθώς και από περιορισμένα και επαναλαμβανόμενα πρότυπα συμπεριφοράς, ενώ συχνά συνοδεύεται από νευρολογικές και ψυχιατρικές συννοσηρότητες. Παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στην κατανόηση της παθοφυσιολογίας της ΔΑΦ, οι διαθέσιμες θεραπευτικές προσεγγίσεις παραμένουν περιορισμένες και επικεντρώνονται κυρίως στη διαχείριση των συμπτωμάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η επαναστόχευση φαρμάκων είναι μία στρατηγική που έχει συγκεντρώσει σημαντικό ερευνητικό ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια, καθώς βασίζεται στην αξιοποίηση ήδη γνωστών φαρμακευτικών ενώσεων για νέες θεραπευτικές εφαρμογές, μειώνοντας σημαντικά τον χρόνο και το κόστος ανάπτυξης νέων φαρμάκων. Η παρούσα διπλωματική εργασία αποσκοπεί στην επαναστόχευση φαρμάκων ως υποψήφιων ενώσεων για τη ΔΑΦ μέσω εικονικής σάρωσης (Virtual Screening, VS). Για τον σκοπό αυτό, πραγματοποιήθηκε παράλληλη εφαρμογή της VS με βάση τον προσδέτη (Ligand-Based Virtual Screening, LBVS) και της VS με βάση τη δομή της πρωτεΐνης-στόχου (Structure-Based Virtual Screening, SBVS) στην ίδια βιβλιοθήκη φαρμακευτικών ενώσεων, με στόχο τον εντοπισμό ενώσεων με πιθανή βιολογική δράση έναντι πρωτεϊνών-στόχων που σχετίζονται με την ΔΑΦ. Οι υποψήφιες ενώσεις αξιολογήθηκαν περαιτέρω με βάση βιολογικά, φαρμακολογικά και βιβλιογραφικά δεδομένα, καθώς και τη συσχέτιση των στόχων τους με γονίδια της διαταραχής. Συνολικά, από τη συνδυαστική ανάλυση προέκυψαν 19 υποψήφιες φαρμακευτικές ενώσεις. Από αυτές, 6 ενώσεις (bromocriptine, curcumin, lumateperone, paliperidone, pimozide και vilazodone) παρουσιάζουν κοινούς γονιδιακούς στόχους με τη ΔΑΦ και διαθέτουν σχετικά κλινικά ή πειραματικά δεδομένα στη βιβλιογραφία. Μία ένωση, αν και δεν εντοπίστηκε να παρουσιάζει κοινό γονιδιακό στόχο με τη ΔΑΦ, διαθέτει κλινικά δεδομένα για τη ΔΑΦ. Οι υπόλοιπες 12 ενώσεις, αν και δεν έχουν μελετηθεί άμεσα στο πλαίσιο της ΔΑΦ, φαίνεται να δρουν σε γονίδια και μοριακά μονοπάτια που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με διεργασίες που επηρεάζουν τη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ). Συμπερασματικά, τα αποτελέσματα της εργασίας δείχνουν ότι ο συνδυασμός των προσεγγίσεων LBVS και SBVS μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό υποψήφιων φαρμακευτικών ενώσεων για περαιτέρω πειραματική και φαρμακολογική αξιολόγηση στο πλαίσιο της επαναστόχευσης φαρμάκων για τη ΔΑΦ.Τεκμήριο Φυτικός διάκοσμος σε αττικά αγγεία της κλασικής περιόδουΚαρβέλη, Σταυρούλα Χ., 2026-05-28. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΚαρπενήσιΣτις αγγειογραφίες, στα αττικά αγγεία της κλασικής περιόδου, απεικονίζεται ένα ευρύ φάσμα φυτικών θεμάτων, τα οποία συνδυάζουν διακοσμητική και συμβολική λειτουργία. Η γεωμορφολογία της Αττικής, με τους λόφους, τις βραχώδεις εκτάσεις και τις περιορισμένες πεδιάδες, ευνοούσε την παρουσία και καλλιέργεια συγκεκριμένων φυτικών ειδών. Η εικονογραφική ανάλυση και η μελέτη επιλεγμένων αγγειογραφιών δείχνουν ότι η ιδιόμορφη φυσιογνωμία του εδάφους της Αθήνας και η ανάλογη βλάστηση όριζαν και τα είδη των φυτών, που οι αγγειογράφοι επέλεγαν για τις εικαστικές τους δημιουργίες. Καθώς ενσωματώνουν στοιχεία από το φυσικό περιβάλλον, οικεία στους ίδιους αλλά και στους αποδέκτες, διασώζουν και πληροφορίες σχετικά με τη χλωρίδα της Αθήνας. Τα πιο διαδεδομένα αυτοφυή φυτά της Αθήνας, η ελιά, το κλίμα, ο κισσός, η δάφνη, περιβάλλονται με ιερή διάσταση και ανάγονται σε σύμβολα υψηλών εννοιών. Αποδίδεται στη φύση πνευματική διάσταση και η υψηλή τεχνική των αγγειογράφων αναδεικνύει την ενδιαφέρουσα σχέση του φυσικού περιβάλλοντος με την καθημερινή ζωή των Αθηναίων. Η εικονογραφία των φυτών, στα αττικά αγγεία της κλασικής περιόδου, αποτυπώνει σε ένα ενιαίο και αδιαχώριστο καλλιτεχνικό σύνολο τη φύση με τη μυθολογία, τη θρησκεία και την κουλτούρα των Αθηναίων του 5ου π.Χ. αιώνα. Οι εικαστικές δημιουργίες των Αθηναίων αγγειογράφων συνεχίζουν και σήμερα να εντυπωσιάζουν. Από έρευνα σχετικά με τον τρόπο που οι σύγχρονοι Έλληνες προσεγγίζουν τα θέματα των παραστάσεων των αγγείων, διαπιστώνεται ότι τα φυτικά μοτίβα ελκύουν την προσοχή τους. Ο αισθητικός, λειτουργικός ή συμβολικός ρόλος του φυτικού διακόσμου και η αρμονική συνύπαρξή του με θέματα μυθολογικά, λατρευτικά ή της καθημερινότητας είναι οικείος στην οπτική μνήμη τους.Τεκμήριο Φυτοπαθολογική και μοριακή διερεύνηση των ασθενειών του ξύλου της αμπέλουΤσούκας, Χρήστος Δ., 2026-05-26. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΟι ασθένειες του ξύλου της αμπέλου αποτελούν το σημαντικότερο πρόβλημα της αμπελοκαλλιέργειας ανά τον κόσμο. Οι πιο σημαντικές ασθένειες αναφέρονται στην ίσκα, καθώς και στις ασθένειες του Petri και ασθένεια της μαύρης ρίζας (black foot disease). Ο συνδυασμός των δύο τελευταίων οδηγεί στην εκδήλωση του συνδρόμου της παρακμής των νεαρών πρέμνων (young grapevine decline, YGD), το οποίο παρατηρείται στο πολλαπλασιαστικό υλικό και σε νεαρά πρέμνα. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, έχει παρατηρηθεί ραγδαία έξαρση του συνδρόμου YGD, η οποία πιθανά οφείλεται στην αλόγιστη και μη ελεγχόμενη μετακίνηση μολυσμένου πολλαπλασιαστικού υλικού, στην εκμηχάνιση της διαδικασίας του πολλαπλασιασμού αλλά και στις καλλιεργητικές πρακτικές που εφαρμόζονται στα μητρικά πρέμνα. Λόγω της πολυπλοκότητας αυτών των ασθενειών, της εμπλοκής ενός μεγάλου αριθμού φυλογενετικά μυ-συγγενικών μυκήτων σε αυτές, αλλά και των περιορισμένων μέτρων για τη διαχείρισή τους, η αντιμετώπιση αυτών των παθογόνων καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη. Αντικείμενο της παρούσας διατριβής, αποτέλεσε η μελέτη της επιδημιολογίας των παθογόνων που σχετίζονται με την ασθένεια του Petri και η μελέτη της συμβολής αναδυόμενων παθογόνων στην εκδήλωση των ασθενειών του ξύλου. Επιπλέον, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην μελέτη της επίδρασης της διαδικασίας πολλαπλασιασμού στο ενδοφυτικό μικροβίωμα της αμπέλου, εξετάζοντας τόσο τους παθογόνους, όσο και τους ωφέλιμους μικροοργανισμούς και της αλληλεπίδρασής τους, με στόχο την ταυτοποίηση των κρίσιμων σταδίων της παραγωγής με τη μεγαλύτερη αρνητική επίδραση στα μοσχεύματα. Τέλος, τα τελευταία δύο κεφάλαια αφιερώθηκαν στην ανάπτυξη μίας στρατηγικής μετριασμού των μολύνσεων με βάση τη βιολογική αντιμετώπιση του παθογόνου μύκητα P. chlamydospora. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε μελέτη που αφορούσε στην κατανομή των παθογόνων της ασθένειας του Petri (Phaeomoniella chlamydospora και Phaeoacremonium minimum) κατά μήκος κληματίδων προερχόμενων από διαφορετικά υποκείμενα, σε τρία συναπτά έτη, με τη χρήση ευαίσθητων μοριακών τεχνικών. Συνολικά, βρέθηκε ότι το ποσοστό του μολύσματος στο ακραίο τμήμα των κληματίδων ήταν σημαντικά χαμηλότερο σε σχέση με το τμήμα της βάσης, ενώ φάνηκε ότι οι κλώνοι των υποκειμένων 1103 Paulsen και Ruggeri 140 παρουσιάζουν ένα σημαντικό επίπεδο ανοχής στα δύο παθογόνα. Επιπλέον, κατά τον τριετή πειραματισμό που αφορούσε στην καταστροφή των προσβεβλημένων μητρικών πρέμνων (υποκείμενο Richter 110), παρατηρήθηκε μείωση του μολύσματος στη μητρική φυτεία η οποία έφτανε περίπου το 90% για το μύκητα P. chlamydospora και περίπου 23% για το μύκητα P. minimum. Τα παραπάνω υποδεικνύουν ότι η καταστροφή των προσβεβλημένων πρέμνων σε συνδυασμό με την στοχευμένη συγκομιδή κληματίδων απαλλαγμένων από παθογόνα και τη χρήση ανεκτικών ή ανθεκτικών υποκειμένων, μπορεί να μετριάσει τις μολύνσεις, ξεκινώντας τη διαδικασία του πολλαπλασιασμού με υγιές μητρικό υλικό. Στην παρούσα διατριβή, μελετήθηκε η συμβολή του γένους Diaporthe στην εκδήλωση ασθενειών του ξύλου. Η εκτενής φυλογενετική ανάλυση που πραγματοποιήθηκε, επιβεβαίωσε την παρουσία πέντε ειδών Diaporthe στο πολλαπλασιαστικό υλικό, ονόματι D. ampelina, D. eres, D. foeniculina, D. serafiniae και D. novem. Σύμφωνα με τις δοκιμές παθογένειας, τα δύο πρώτα είδη χαρακτηρίστηκαν ως τα πιο επιθετικά στην άμπελο, με σημαντική διαφοροποίηση των εκδηλωμένων συμπτωμάτων σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Όλα τα είδη εκτός του D. ampelina (πρώην Phomopsis viticola), βρέθηκαν για πρώτη φορά ως παθογόνα της αμπέλου στην Ελλάδα, ενώ κάποια από αυτά έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως παθογόνα σε διαφορετικές χώρες του κόσμου. Η μελέτη της επιδημιολογίας τους με βάση το μοριακό διαγνωστικό εργαλείο που αναπτύχθηκε, επιβεβαίωσε την παρουσία τους στα μητρικά πρέμνα των υποκειμένων, κάτι το οποίο αναδεικνύει την ικανότητα τους να επιβιώνουν στο φυτώριο και να σχετίζονται με τις επικείμενες μολύνσεις στο τελικό προϊόν. Επιπροσθέτως, η αρνητική συσχέτιση της βιομάζας τους στις κληματίδες με την εκδήλωση συμπτωμάτων, υποδηλώνουν τη σημαντικότητα της έγκαιρης διάγνωσης των λανθανόντων μολύνσεων για την αποφυγή της χρησιμοποίησης μολυσμένου μητρικού υλικού. Η εκτενής ανάλυση του μικροβιώματος που ακολούθησε, έδειξε ότι η διαδικασία του πολλαπλασιασμού ευνοεί την ανάπτυξη όλων των παθογόνων ξύλου, ενώ φάνηκε να περιορίζει την επιβίωση ωφέλιμων βακτηρίων, μυκήτων και ζυμών. Αυτό επιβεβαιώθηκε και περαιτέρω με ανάλυση της διαφορικής αφθονίας (differential abundance), όπου ταυτοποιήθηκαν ταξινομικές μονάδες που πιθανά διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση των ασθενειών του ξύλου στο τελικό προϊόν. Περαιτέρω ανάλυση δικτύου συνήπαρξης (co-occurrence network analysis), έδειξε την αρνητική συσχέτιση συγκεκριμένων ταξινομικών μονάδων όπως τα γένη Aureobasidium και Acinetobacter, με τον παθογόνο μύκητα Cadophora luteo-olivacea, το οποίο τα τελευταία χρόνια σχετίζεται με την ασθένεια του Petri. Με βάση τα παραπάνω, αναπτύχθηκε μία στρατηγική διαχείρισης του παθογόνου P. chlamydospora στο φυτώριο, η οποία βασίστηκε στη χρήση ενός ενδοφυτικού βακτηρίου Bacillus halotolerans ba4, απομονωμένο από τις ρίζες φαινοτυπικά υγιών πρέμνων μεγάλης ηλικίας. Η αξιολόγησή του πραγματοποιήθηκε σε πειράματα in vitro, σε πειράματα θερμοκηπίου και αγρού, ενώ διερευνήθηκε και ο τρόπος δράσης του. Το βακτήριο B. halotolerans ba4, μολονότι παρεμπόδισε την in vitro ανάπτυξη του παθογόνου σε χαμηλό ποσοστό, μείωσε την ασθένεια στα πειράματα θερμοκηπίου κατά περίπου 34% και 57%, σε τεχνητά και σε φυσικά μολυσμένα φυτά, αντίστοιχα. Στα τεχνητά μολυσμένα μοσχεύματα, παρατηρήθηκε μείωση του καστανού μεταχρωματισμού κατά 42%, ενώ τα επίπεδα DNA του παθογόνου βρέθηκαν κατά περίπου 76% και 33%, στις αντίστοιχες επεμβάσεις. Παρομοίως, μετά την εφαρμογή του ba4 στον αγρό, παρατηρήθηκε μείωση του μεταχρωματισμού κατά 26% η οποία συσχετίστηκε με μείωση της βιομάζας του παθογόνου κατά 85%. Επιπλέον, νεαρά πρέμνα στα οποία εφαρμόστηκε ο ba4, παρουσίασαν αυξημένο νωπό βάρος ριζικού συστήματος και υπέργειου μέρους κατά 45% και 43%, αντίστοιχα, ενώ γονίδια σχετιζόμενα με τους αμυντικούς μηχανισμούς, φάνηκε να υπέρ-εκφράζονται στα νεαρά πρέμνα υπό την παρουσία του ba4 και του παθογόνου. Τέλος, η αλληλούχιση και ανάλυση του γονιδιώματος του ba4, έδειξε την παρουσία γονιδιακών συστάδων σχετιζόμενων με την βιοσύνθεση δευτερογενών μεταβολιτών με αντιμικροβιακές ιδιότητες. Επιπλέον, τα πειραματικά δεδομένα που προέκυψαν από τη χρήση του βιολογικού παράγοντα T. harzianum T22, επιβεβαίωσαν την βιολογική του δράση μειώνοντας την ασθένεια κατά περίπου 62%, ενώ παράλληλα επέδειξαν την ικανότητά του να αποικίζει τις ρίζες της αμπέλου και να προάγει την ανάπτυξή της. Η αλληλούχιση RNA (RNA-Seq), έδειξε ότι ο Τ22 συμβάλει στην προετοιμασία του φυτού για επικείμενη μόλυνση (priming), αφού παρατηρήθηκε ισχυρή ενεργοποίηση των αμυντικών μηχανισμών παρουσία του παθογόνου. Τα αποτελέσματα της παρούσας διατριβής, εάν αξιοποιηθούν σωστά στην γεωργική πράξη, αποτελούν στρατηγικές που μπορούν να υιοθετηθούν από τα φυτώρια αμπέλου και πιθανά να συμβάλουν στον μετριασμό των μολύνσεων του πολλαπλασιαστικού υλικού από τα παθογόνα ξύλου.Τεκμήριο Αγροτουρισμός στην Ελλάδα: όραμα, προκλήσεις και ευκαιρίες μάρκετινγκΣγούρδου, Σταυρούλα Φ., 2026-05-21. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΣκοπός της παρούσας εργασίας είναι η χαρτογράφηση του προφίλ των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τουρισμό υπαίθρου στην Ελλάδα και η διερεύνηση των αυξανόμενων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν. Ταυτόχρονα, εξετάζονται τα βασικά χαρακτηριστικά των αγροτουριστών. Για το σκοπό αυτό, πραγματοποιήθηκε πρωτογενής έρευνα υπό τη μορφή ερωτηματολογίου, η οποία απευθύνεται σε υφιστάμενες επιχειρήσεις εναλλακτικού τουρισμού. Από τα αποτελέσματα προκύπτει πως οι αγροτουριστικές επιχειρήσεις είναι, στην πλειονότητά τους, οικογενειακές, ατομικής μορφής, με πολυετή παρουσία στο χώρο και μικρό αριθμό εργαζομένων. Η υποστήριξη στον τομέα Μάρκετινγκ, η εύρεση κεφαλαίων και εξειδικευμένου προσωπικού αποτελούν τις βασικές επιχειρηματικές τους ανάγκες. Παράλληλα, οι επιχειρηματίες δηλώνουν εξαιρετικά ικανοποιημένοι για τις θετικές συστάσεις που λαμβάνουν, τη συνέπεια στην ποιότητα υπηρεσιών και την επανεπίσκεψη των τουριστών. Ωστόσο, εκφράζουν έντονα την ανησυχία τους για την ευμετάβλητη κατάσταση που διαμορφώνεται εξαιτίας των έκτακτων κρίσεων και την αλλαγή στις προτιμήσεις και ανάγκες των πελατών. Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων, εκτιμούν αισθητά τη συνεργασία με Φορέα - Δίκτυο Διαχείρισης και Μάρκετινγκ Τουρισμού Υπαίθρου και την πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης. Επιπρόσθετα, καταγράφεται έντονο ενδιαφέρον για την προμήθεια Υπηρεσιών Διαδικτυακού μάρκετινγκ και την αξιοποίηση διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών τους. Συμπερασματικά, ο τουρισμός υπαίθρου στην Ελλάδα αποτελεί έναν εξαιρετικά αναδυόμενο κλάδο με πολλαπλά οφέλη για τις αγροτικές περιοχές. Ωστόσο, κρίνεται αναγκαία η ουσιαστική στήριξη από την Πολιτεία ώστε να καταρτιστεί ένα σαφές στρατηγικό σχέδιο μάρκετινγκ και να βελτιωθεί ολιστικά το παραγόμενο τουριστικό προϊόν.Τεκμήριο Έκθεση εμφιαλωμένων οίνων σε διαφορετικά θερμοκρασιακά περιβάλλοντα και παρακολούθηση των χημικών και οργανοληπτικών μεταβολών τουςΜπογιατζής, Αθανάσιος Χρήστος Α., 2026-05-21. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ παρούσα διπλωματική εργασία είχε ως αντικείμενο τη διερεύνηση της επίδρασης διαφορετικών θερμοκρασιακών συνθηκών αποθήκευσης στην χημική σύσταση και στην οργανοληπτική ποιότητα εμφιαλωμένων οίνων, με στόχο την αξιολόγηση παραμέτρων που σχετίζονται με τη σταθερότητα και τη διατήρηση της ποιότητάς τους κατά την αποθήκευση και τη μεταφορά. Για τον σκοπό αυτό μελετήθηκαν τέσσερις εμπορικοί οίνοι από τις ποικιλίες Σαββατιανό και Αγιωργίτικο: λευκός οίνος Σαββατιανό εσοδείας 2023, ροζέ οίνος Π.Γ.Ε. «Πελοπόννησος» εσοδείας 2023, ερυθρός οίνος Π.Γ.Ε. «Πελοπόννησος» εσοδείας 2022 και ερυθρός οίνος Π.Ο.Π. «Νεμέα» εσοδείας 2020. Οι οίνοι εκτέθηκαν για 40 ημέρες σε διαφορετικά θερμοκρασιακά περιβάλλοντα, τα οποία αντιστοιχούσαν σε: θερμοκρασία δωματίου, 5 °C, 40 °C, εναλλασσόμενη έκθεση 5/40 °C και συνθήκες μετακίνησης. Μετά την ολοκλήρωση της έκθεσης πραγματοποιήθηκαν βασικές οινολογικές αναλύσεις, προσδιορισμός ελεύθερου και ολικού θειώδους ανυδρίτη, χρωματικών χαρακτηριστικών, ελεύθερων ανθοκυανινών, φαινολικών ενώσεων, ταννινών και πτητικών συστατικών με GC-MS. Παράλληλα, οι οίνοι αξιολογήθηκαν οργανοληπτικά από ομάδα δέκα εκπαιδευμένων δοκιμαστών, ενώ η στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων πραγματοποιήθηκε με μονοπαραγοντική ανάλυση διακύμανσης και έλεγχο Tukey HSD. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι βασικές χημικές παράμετροι παρέμειναν σχετικά σταθερές, ενώ οι σημαντικότερες διαφοροποιήσεις εντοπίστηκαν στον θειώδη ανυδρίτη, στα χρωματικά χαρακτηριστικά, στις ανθοκυάνες, στις ταννίνες και σε επιμέρους πτητικές ενώσεις. Η έκθεση στους 40 °C συνδέθηκε συχνότερα με ενδείξεις χημικής, χρωματικής και οργανοληπτικής εξέλιξης. Αντίθετα, η θερμοκρασία δωματίου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η χαμηλή θερμοκρασία των 5 °C συνέβαλαν στη διατήρηση πιο ισορροπημένου προφίλ. Συνολικά, τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν ότι το θερμικό φορτίο αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της ποιότητας των εμφιαλωμένων οίνων, καθώς η παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες μπορεί να επιταχύνει φαινόμενα οξειδωτικής και οργανοληπτικής υποβάθμισης.Τεκμήριο Μελέτη αξιολόγησης εναλλακτικών μεθόδων διαχείρισης ζιζανίων του ζιζανιοκτόνου glyphosate σε πολυετείς καλλιέργειεςΑντωνόπουλος, Νικόλαος Ι., 2026-05-20. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ διαχείριση των ζιζανίων στις πολυετείς καλλιέργειες αποτελεί σημαντική πρόκληση για τη σύγχρονη γεωργία, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των αυξανόμενων περιορισμών στη χρήση συνθετικών ζιζανιοκτόνων, όπως το glyphosate. Η παρούσα διδακτορική διατριβή είχε ως στόχο την αξιολόγηση εναλλακτικών μεθόδων διαχείρισης ζιζανίων αντί του glyphosate σε πολυετείς καλλιέργειες στην Ελλάδα, εγκαθιστώντας πειράματα αγρού για την αξιολόγηση τόσο χημικών όσο και καινοτόμων μη χημικών λύσεων. Η πρώτη πειραματική ενότητα, περιελάμβανε πειράματα αγρού που διεξήχθησαν σε έναν εσπεριδεώνα (Citrus clementina Hort. ex Tan), έναν ελαιώνα (Olea europaea L.) και έναν αμπελώνα (Vitis vinifera L.), σύμφωνα με το σχέδιο Τυχαιοποιημένων Πλήρων Ομάδων (ΤΠΟ) με εννέα επεμβάσεις και τέσσερις επαναλήψεις. Το glyphosate εφαρμόστηκε στον οπωρώνα εσπεριδοειδών (720 g ae ha-1), στον ελαιώνα (720 g ae ha-1) και στον αμπελώνα (1.800 g ae ha-1). Αξιολογήθηκαν επίσης το πελαργονικό οξύ (1.088 g ha-1, δύο εφαρμογές), τα υπολείμματα των καλλιεργειών κάλυψης κριθαριού (Hordeum vulgare L.) και σιναπιού (Sinapis alba L.) σε όλες τις τοποθεσίες. Η χορτοκοπή αξιολογήθηκε στον οπωρώνα εσπεριδοειδών (μία εφαρμογη) και στον αμπελώνα (δύο εφαρμογές). Επιπλέον, στον οπωρώνα εσπεριδοειδών και στον ελαιώνα εφαρμόστηκαν τα ζιζανιοκτόνα flazasulfuron (50 g ha-1), oxyfluorfen (144 g ha-1) και flumioxazin (150 g ha-1), ενώ στον ελαιώνα εφαρμόστηκε το μείγμα penoxsulam + florasulam (15 + 7,5 g ha-1). Στον αμπελώνα, εφαρμόστηκαν τα cycloxydim (200 g ha-1), quizalofop-p-ethyl (150 g ha-1) και propaquizafop (150 g ha-1). Σε όλες τις τοποθεσίες συμπεριλήφθηκε ένας αμεταχείριστος μάρτυρας. Τα ζιζανιοκτόνα flazasulfuron, oxyfluorfen και flumioxazin παρουσίασαν παρόμοιες τιμές για τον δείκτη βλάστησης κανονικοποιημένης διαφοράς (NDVI) και τη βιομάζα ζιζανίων, με το glyphosate στον εσπεριδεώνα και στα δύο έτη και στις δύο αξιολογήσεις. Το πελαργονικό οξύ (δύο εφαρμογές) και η χορτοκοπή (μία εφαρμογή) ήταν αποτελεσματικά έναντι πλατύφυλλων ζιζανίων. Στον ελαιώνα, τα ζιζανιοκτόνα flazasulfuron και penoxsulam + florasulam αποδείχθηκαν οι πιο υποσχόμενες εναλλακτικές μέθοδοι διαχείρισης ζιζανίων ενάντια στην κόνυζα [Conyza bonariensis (L.) Cronquist]. Τα υπολείμματα των καλλιεργειών κάλυψης παρουσίασαν επίσης κατασταλτική δράση έναντι των ζιζανίων στον εσπεριδεώνα. Στον αμπελώνα, όλα τα εκλεκτικά ζιζανιοκτόνα οδήγησαν σε παρόμοιες τιμές NDVI και ξηρού βάρους του βέλιουρα [Sorghum halepense (L.) Pers.] κατά τις δύο καλλιεργητικές περιόδους. Τέλος, σε όλες τις τοποθεσίες και τα έτη, παρατηρήθηκαν ισχυρές αρνητικές συσχετίσεις μεταξύ της απόδοσης της καλλιέργειας και του ξηρού βάρους των ζιζανίων (R² = 0,543 έως 0,924). Στη δεύτερη πειραματική ενότητα αξιολογήθηκαν εφαρμογές θερμού αφρού που αντιπροσωπεύουν μια νέα, έξυπνη ιδέα στον τομέα των θερμικών μεθόδων διαχείρισης ζιζανίων. Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του θερμού αφρού και άλλων μεθόδων ελέγχου ζιζανίων σε δύο ελαιώνες στην Πελοπόννησσο (Πύργος και Καλαμάτα). Το πείραμα σχεδιάστηκε σύμφωνα με το σχέδιο Τυχαιοποιημένων Πλήρων Ομάδων (ΤΠΟ) με έξι επεμβάσεις και τρεις επαναλήψεις. Οι επεμβάσεις εφαρμόστηκαν στις περιοχές μεταξύ των δέντρων, επί της γραμμής φύτευσης και περιλάμβαναν χορτοκοπή, επίστρωση με υπολείμματα κλαδέματος (2,65 kg m–2), glyphosate (σε δόση 1.440 g a.e. ha–1), θερμό αφρό (13,33 L m–2), πελαργονικό οξύ (σε δόση 1.088 g a.i. ha–1 δύο εφαρμογές) και έναν αμεταχείριστο μάρτυρα. Πραγματοποιήθηκαν δύο πειράματα αγρού σε κάθε τοποθεσία χρησιμοποιώντας την ίδια λίστα επεμβάσεων. Η μολόχα (Malva parviflora L.) και το άγριο σινάπι (Sinapis arvensis L.) ήταν τα κυρίαρχα ζιζάνια στον Πύργο, ενώ η τσουκνίδα (Urtica urens L.), η κολλιτσίδα (Galium aparine L.) και το περδικάκι (Parietaria officinalis L.) κυριαρχούσαν στην Καλαμάτα. Οι τοποθεσίες και οι επεμβάσεις επηρέασαν σημαντικά τον δείκτη NDVI και τη βιομάζα των ζιζανίων (P–Value ≤ 0,001). Ο θερμός αφρός μείωσε τη βιομάζα των ζιζανίων έως και 81%, 88%, 90% και 96% σε σύγκριση με την επίστρωση, τη χορτοκοπή, το πελαργονικό οξύ και τον μάρτυρα, αντίστοιχα. Αυτή η επέμβαση μείωσε επίσης τη βιομάζα της μολόχας κατά 75–88% σε σύγκριση με τη χορτοκοπή και 92–93% σε σύγκριση με το πελαργονικό οξύ, αντίστοιχα, στον Πύργο. Επιπλέον, μείωσε τη βιομάζα για το περδικάκι περισσότερο από 80% στην Καλαμάτα σε σύγκριση με τις παραπάνω επεμβάσεις. Σε όλες τις τοποθεσίες, ο θερμός αφρός και το glyphosate είχαν ως αποτέλεσμα τις χαμηλότερες τιμές του δείκτη NDVI και βιομάζας ζιζανίων. Η συνολική απόδοση του θερμού αφρού ήταν συγκρίσιμη με αυτή του glyphosate, υποδηλώνοντας ότι αυτή η μέθοδος αποτελεί μια φιλική προς το περιβάλλον και αποτελεσματική, εναλλακτική μέθοδο διαχείρισης ζιζανίων στους ελαιώνες. Η τρίτη πειραματική ενότητα είχε ως στόχο την αξιολόγηση των καλλιεργειών κάλυψης και του θερμού αφρού ως εναλλακτικών, αγροοικολογικών λύσεων έναντι του glyphosate για τη διαχείριση των ζιζανίων. Πειράματα αγρού διεξήχθησαν σε δύο ελαιώνες στην Πελοπόννησο (Πύργος και Καλαμάτα) κατά τις καλλιεργητικές περιόδους 2021–2024. Η χειμερινή πειραματική δοκιμή σχεδιάστηκε σύμφωνα με το σχέδιο Τυχαιοποιημένων Πλήρων Ομάδων (ΤΠΟ) με εννέα επεμβάσεις και τέσσερις επαναλήψεις. Περιλάμβανε έναν αμεταχείριστο μάρτυρα, χορτοκοπή, glyphosate (2.160 g ae ha⁻¹) και έξι επεμβάσεις με καλλιέργειες κάλυψης: μονοκαλλιέργειες βρώμης (Avena sativa L.), βίκου (Vicia sativa L.) και σιναπιού, καθώς και τρία μείγματα αυτών. Η καλοκαιρινή δοκιμή ακολούθησε διάταξη υποδιαιρεμένων τεμαχίων (split-plot design) για την αξιολόγηση της συνέργειας των καλλιεργειών κάλυψης με την εφαρμογή θερμού αφρού. Ο ίδιος πειραματικός σχεδιασμός εφαρμόστηκε και στις τέσσερις περιπτώσεις (τοποθεσίες-έτη). Τα κυρίαρχα χειμερινά ζιζάνια ήταν η μολόχα (Malva parviflora L.) και η οξαλίδα (Oxalis pes-caprae L.), ενώ το καλοκαίρι κυριαρχούσε η κόνυζα [Conyza bonariensis L. (Cronq.)]. Τα μείγματα καλλιεργειών κάλυψης αναδείχθηκαν ως η περισσότερο αποτελεσματική επέμβαση, με το τριπλό μείγμα (βρώμη + βίκος + σινάπι) να μειώνει σταθερά τη βιομάζα των ζιζανίων κατά 90–95%, υπερέχοντας σημαντικά τόσο των μονοκαλλιεργειών όσο και του glyphosate. Η μειωμένη αποτελεσματικότητα του glyphosate έναντι της μολόχας και της κόνυζας (ιδιαίτερα στην περιοχή του Πύργου) και η αποτυχία της χορτοκοπής στον έλεγχο τόσο της οξαλίδας όσο και των υπόλοιπων ζιζανίων, υπογράμμισαν την ανάγκη συνδυαστικών μεθόδων για ικανοποιητικό έλεγχο δυσεξόντωτων ειδών. Στα τεμάχια όπου είχε προηγηθεί το τριπλό μείγμα, η βιομάζα της κόνυζας εκμηδενίστηκε, λόγω της κατασταλτικής δράσης των υπολειμμάτων σε συνδυασμό με τον επακόλουθο έλεγχο των υπολειπόμενων ατόμων από τον θερμό αφρό. Συμπερασματικά, η συνδυαστική εφαρμογή καλλιεργειών κάλυψης και θερμού αφρού συνθέτει ένα ολοκληρωμένο και βιώσιμο σύστημα διαχείρισης, ικανό να υποκαταστήσει πλήρως τη χρήση συμβατικών μεθόδων στις πολυετείς καλλιέργειες.Τεκμήριο Διερεύνηση της οικοφυσιολογίας του σπόρου και του in vitro πολλαπλασιασμού του Leucaena leucocephala Lam. de WitΤουντόπουλος, Δημήτριος Σ., 2026-05-19. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΤο Leucaena leucocephala Lam de Wit, οικ. Fabaceae, είναι ένα ευπροσάρμοστο μικρό θαμνώδες δένδρο ή μεγάλος θάμνος, με προέλευση από το Μεξικό, αλλά με σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση. Πρόκειται για φυτό με πάρα πολλές χρήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της αξιοποίησης ως καλλωπιστικό σε κήπους. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν αρχικά η μελέτη της βλαστικότητας του σπόρου του φυτού Leucaena leucocephala και στην συνέχεια η εύρεση ενός κατάλληλου πρωτοκόλλου in vitro πολλαπλασιασμού του είδους με στόχο την εισαγωγή του στην επιχειρηματική ανθοκομία ως φυτό κηποτεχνίας και αρχιτεκτονικής τοπίου. Ο σκαριφισμός του σπόρου με βύθιση σε νερό 50 οC (αρχική θερμοκρασία) για 48 ώρες και εν συνεχεία επώαση στους 20 και 25 οC in vitro σε στερεό υπόστρωμα ½ MS χωρίς φυτορυθμιστικές ουσίες επέφερε βλάστηση των σπόρων σε ποσοστά μεταξύ 8,0 - 15,78%, ενώ η βύθιση σε 90 οC για 2 min δεν επέφερε βλάστηση των σπόρων. Ο περαιτέρω σκαριφισμός με νυστέρι των σπόρων που δεν είχαν βλαστήσει μετά την βύθιση σε θερμό νερό και από τις δυο θερμοκρασίες και επανατοποθέτηση για βλάστηση in vitro σε στερεό υπόστρωμα ½ MS χωρίς φυτορυθμιστικές ουσίες, οδήγησε σε ποσοστά βλαστικότητας μεταξύ 57,14 - 100%. Κατά την αρχική in vitro εγκατάσταση εκφύτων βλαστού και ενός κόμβου ανεξαρτήτως θέσης στον βλαστό από in vitro σπορόφυτα σε υπόστρωμα MS, είτε χωρίς φυτορυθμιστικές ουσίες (μάρτυρας) ή με 1 mg/L Βενζυλαδενίνη (ΒΑ), τα ποσοστά βλαστογένεσης κυμάνθηκαν μεταξύ 94,73 - 100%, παράχθηκε ένας βλαστός ανά έκφυτο και το υψηλότερο Δυναμικό Πολλαπλασιασμού παρατηρήθηκε στο υπόστρωμα με BA από έκφυτα κόμβου με 2,28 cm μέσο μήκος βλαστού και μέσο αριθμό κόμβων/βλαστό τους 5. Με σκοπό την αύξηση του αριθμού των παραγόμενων βλαστών ανά έκφυτο, ακολούθησαν τέσσερις υποκαλλιέργειες, όπου εκτός του υποστρώματος του μάρτυρα (σκέτο MS) δοκιμάστηκαν υποστρώματα με 1 mg/L BA και 0,1 mg/L Ναφθαλινοξικό οξύ (NAA), 0,2 mg/L ΒΑ, 0,5 mg/L BA και 0,3 mg/L BA με αποτελέσματα παρόμοια με αυτά της αρχικής καλλιέργειας. Σε όλες τις υποκαλλιέργειες ακόμα υπήρχε παραγωγή ενός βλαστού ανά έκφυτο. Για την in vitro ριζοβολία των μικροβλαστών δοκιμάστηκαν υποστρώματα ½ MS, είτε χωρίς φυτορυθμιστικές ουσίες, ή εμπλουτισμένα με 0,5 mg/L ή 1 mg/L Ινδολυλοβουτυρικό οξύ (ΙΒΑ). Τα ποσοστά ριζοβολίας κυμάνθηκαν μεταξύ 31,25 - 58,33% και το υψηλότερο ποσοστό παρατηρήθηκε στο υπόστρωμα με 1 mg/L ΙBA. Ο ex vitro εγκλιματισμός φυταρίων L. leucocephala είχε ποσοστά επιτυχίας που κυμάνθηκαν μεταξύ 21,42 - 50%.Τεκμήριο Οικονομοτεχνική μελέτη ίδρυσης & λειτουργίας μονάδας 2.500 ορνίθων ωοπαραγωγής βιολογικής εκτροφής με σύστημα αυτόματων πωλητών αυγώνΧατζίκος, Νικόλαος Λ., 2026-05-12. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ πτηνοτροφία στην Ελλάδα αποτελεί πολύ σημαντικό κλάδο της ζωικής παραγωγής, καθώς ο βαθμός της αυτάρκειας σε αυγό και κρέας ξεπερνάει το 85%, καλύπτοντας σε μεγάλο βαθμό τις ανάγκες του ελληνικού πληθυσμού σε ζωική πρωτεΐνη πτηνών. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια μεταστροφή της αγοράς προς εναλλακτικές εκτροφές που λαμβάνουν υπόψη περισσότερο την προστασία του περιβάλλοντος και των ζώων. Μια τέτοια πρόταση αποτελεί η βιολογική πτηνοτροφία. Η παρούσα μελέτη εξετάζει την οικονομική βιωσιμότητα της ίδρυσης και λειτουργίας μιας βιολογικής μονάδας ωοπαραγωγής δυναμικότητας 2.500 ορνίθων, η οποία θα χρησιμοποιεί δίκτυο αυτόματων πωλητών για λιανική πώληση. Είναι εμφανές πως η αυξανόμενη ζήτηση για βιολογικά προϊόντα, καθώς και η επιθυμία του καταναλωτή στην απευθείας διάθεση του προϊόντος από τον παραγωγό στον καταναλωτή, καθιστά το συγκεκριμένο μοντέλο ιδιαίτερα επίκαιρο. Στην μεθοδολογία της έρευνας αφορά στη βιβλιογραφική επισκόπηση, τον τεχνικό σχεδιασμό της μονάδας και τη χρηματοοικονομική αξιολόγηση της επένδυσης. Εφαρμόστηκαν εργαλεία όπως καθαρή παρούσα αξία (ΚΠΑ), εσωτερικός βαθμός απόδοσης (IRR), περίοδος αποπληρωμής (Payback Period) και ανάλυση ευαισθησίας (Sensitivity Analysis). Συμφώνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, η επιχείρηση εμφανίζει ακαθάριστη πρόσοδο 283.960€ και καθαρό κέρδος προ φόρων 105.579€ ετησίως. Ως επένδυση παρουσιάζει υψηλή αποδοτικότητα, με IRR 26%, περίοδο αποπληρωμής 3,5 έτη και καθαρή παρούσα αξία 193.375 € στο βασικό σενάριο. Μέσω της ανάλυσης ευαισθησίας είναι εμφανές ότι η επένδυση παραμένει κερδοφόρα ακόμη και σε δυσμενείς μεταβολές τιμών των ζωοτροφών και των αυγών, ενώ σε περίπτωση διάθεσης των αυγών αποκλειστικά μέσω χονδρικής καθίσταται μη ελκυστική. Εν κατακλείδι, η εγκατάσταση και λειτουργία μιας μονάδας βιολογικής ωοπαραγωγής με χρήση αυτόματων πωλητών για λιανική πώληση των αυγών αποτελεί μια βιώσιμη και ανταγωνιστική επιχειρηματική επιλογή στην σύγχρονη εποχή.Τεκμήριο Μελέτη της αποτελεσματικότητας και της επίδρασης συμβατικών και βιοπροστατευτικών προϊόντων στο μεταβολισμό του Colletotrichum acutatum, παθογόνου αιτίου του γλοιοσπορίου της ελιάς, με εφαρμογή μεταβολομικήςΒάσιου, Ελευθερία Π., 2026-05-06. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ παρούσα διπλωματική εργασία είχε ως αντικείμενο τη διερεύνηση της αποτελεσματικότητας συμβατικών δραστικών ουσιών και βιοπροστατευτικών προϊόντων (ωφέλιμα βακτήρια) έναντι στελεχών του σύμπλοκου είδους Colletotrichum acutatum, του παθογόνου αιτίου της πιο καταστρεπτικής μυκητολογικής ασθένειας της ελιάς, του γλοιοσπορίου. Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκε απομόνωση και μοριακή ταυτοποίηση του παθογόνου από προσβεβλημένους ελαιόκαρπους που συλλέχθηκαν από ελαιώνες του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού (ΑΕΣ) «Νηλέας» (Π.Ε. Μεσσηνίας). Αρχικά, αξιολογήθηκε η παθογόνος ικανότητα επιλεγμένων στελεχών του παθογόνου σε ώριμους και άγουρους καρπούς των ποικιλίων «Καλαμών» και «Κορωνέικη» αντίστοιχα, όπου τα στελέχη διαφοροποιήθηκαν αισθητά, με το PLS 1261 να ξεχωρίζει εμφανίζοντας την υψηλότερη παθογόνο ικανότητα. Η παρουσία νύγματος επιτάχυνε την εξέλιξη της ασθένειας, ενώ στην περίπτωση των άγουρων καρπών ήταν απαραίτητη για την έναρξη της. Παράλληλα, μελετήθηκε in vitro η ευαισθησία των στελεχών αυτών σε εγκεκριμένες δραστικές ουσίες της κατηγορίας των στρομπιλουρινών και των τριαζολικών. Η βιοδοκιμή αυτή ανέδειξε κυμαινόμενη αποτελεσματικότητα μεταξύ των δραστικών ουσίων, με τις στρομπιλουρίνες pyraclostrobin και trifloxystrobin να εμφανίζουν την υψηλότερη αποτελεσματικότητα, ενώ αντίθετα το kresoxim-methyl ήταν το πλέον αναποτελεσματικό. Το στέλεχος PLS 1261 διαφοροποιήθηκε ξανά, παρουσιάζοντας μειωμένη ευαισθησία στις στρομπιλουρίνες trifloxystrobin, azoxystrobin και kresoxim-methyl. Στη συνέχεια, επιλεγμένα βακτηριακά στελέχη Bacillus spp. και Pseudomonas spp. αξιολογήθηκαν in vitro ως προς την ανταγωνιστική τους δράση έναντι στελεχών του παθογόνου και ως προς την ικανότητα παραγωγής υδρολυτικών ενζύμων. Τα στελέχη PLS 591 (Bacillus sp.) και PLS 805 (Pseudomonas sp.) ξεχώρισαν ως οι πλέον αποτελεσματικοί παράγοντες βιολογικής καταπολέμησης εμφανίζοντας ικανοποιητικά ποσοστά παρεμπόδισης της μυκηλιακής ανάπτυξης και ένα ισχυρό ενζυμικό οπλοστάσιο. Παράλληλα, το στέλεχος PLS 1261 χαρακτηρίστηκε ως λιγότερο ευαίσθητο στην ανταγωνιστική δράση των στελεχών Pseudomonas spp. Η μελέτη ολοκληρώθηκε με τη διερεύνηση της επίδρασης τριών στρομπιλουρινών και δυο βακτηριακών στελεχών στον μεταβολισμό του στελέχους PLS 1261, μέσω GC/EI/MS μεταβολομικής ανάλυσης. Παρουσία των στρομπιλουρινών, τα δεδομένα αναδεικνύουν την αναδιοργάνωση του κεντρικού μεταβολισμού του παθογόνου, με το pyraclostrobin να επιφέρει εντονότερη μεταβολική απόκριση με αύξηση των επιπέδων μεταβολιτών που σχετίζονται με μηχανισμούς απόκρισης στο stress (L-proline, erythritol), διαταραχή του TCA αλλά και του μεταβολισμού της L-lysine. Η δραστική ουσία trifloxystrobin συσχετίστηκε κατά κύριο λόγω με μεταβολές στον λιπιδικό μεταβολισμό του παθογόνου αλλά και με την διαταραχή του μεταβολισμού της L-lysine, ενώ η δραστική ουσία kresoxim-methyl είχε ηπιότερη επίδραση στο μεταβολικό προφίλ του παθογόνου. Η συγκαλλιέργεια με το στέλεχος PLS 591 προκάλεσε τροποποίηση του ενεργειακού μεταβολισμού του παθογόνου, με πιθανές ενδείξεις ενεργοποίησης του glyoxylate cycle, ενώ οδήγησε και στην αύξηση μεταβολιτών όπως η L-proline και η erythritol, υποδηλώνοντας την προσαρμοστική ικανότητα του παθογόνου σε συνθήκες stress. Όσον αφορά το στέλεχος PLS 805, η παρουσία του δεν τροποποίησε τόσο έντονα τον TCA αλλά παρατηρήθηκαν μεταβολές στο μονοπατι των πολυαμινών (L-ornithine, putrescine, spermidine), υποδηλώνοντας διαταραχή της κυτταρικής ισορροπίας. Συνολικά, τα αποτελέσματα της μελέτης αναδεικνύουν την διαφορετική επίδραση των συμβατικών και βιολογικών παραγόντων στο μεταβολισμό και στη φυσιολογία ενός στελέχους του παθογόνου με υψηλή προσαρμοστικότητα (μειωμένη ευαισθησία σε στρομπιλουρίνες – υψηλή παθογόνος ικανότητα), ενώ παράλληλα υπογραμμίζουν την δυναμική των ωφέλιμων βακτηρίων για την ανάπτυξη βιοπροστατευτικών προϊόντων στο πλαίσιο της πράσινης μετάβασης και της βιώσιμης φυτοπροστασίας των καλλιεργειών.Τεκμήριο Οικονομοτεχνική μελέτη ίδρυσης εργοστασίου ζωοτροφών Αγροτικού Συνεταιρισμού Αγελαδοτρόφων και Προβατοτρόφων Δυτικής ΘεσσαλίαςΤσάτσα, Αναστασία Η., 2026-05-06. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ παρούσα εργασία εξετάζει την οικονομοτεχνική σκοπιμότητα ίδρυσης μιας νέας μονάδας παραγωγής σύνθετων ζωοτροφών από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Αγελαδοτρόφων και Προβατοτρόφων Δυτικής Θεσσαλίας. Περιγράφονται οι στόχοι του έργου, που περιλαμβάνουν τη βελτίωση της αυτάρκειας του Συνεταιρισμού σε ζωοτροφές, την αναβάθμιση της ποιότητας των παρεχόμενων τροφών και τη μείωση του κόστους παραγωγής για τους κτηνοτρόφους-μέλη. Παρουσιάζονται τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά της προτεινόμενης μονάδας, όπως η κατασκευή νέων εγκαταστάσεων με σύγχρονο, φιλικό προς το περιβάλλον μηχανολογικό εξοπλισμό και η δημιουργία γραμμής παραγωγής ικανής να καλύψει σημαντικό μέρος των αναγκών σε ζωοτροφές. Εξετάζονται επίσης τα κύρια οικονομικά στοιχεία του έργου, με συνολικό προϋπολογισμό περίπου €4,1 εκατομμυρίων, καθώς και οι απαιτήσεις κεφαλαίου κίνησης για την έναρξη λειτουργίας. Το χρηματοδοτικό σχήμα προβλέπει συνδυασμό δημόσιας επιχορήγησης σε ποσοστό 55% και τραπεζικού δανεισμού 45%, καλύπτοντας το 100% του επιλέξιμου κόστους της επένδυσης χωρίς ανάγκη ίδιας συμμετοχής. Η οικονομική ανάλυση της μονάδας περιλαμβάνει προβλέψεις πωλήσεων ζωοτροφών, λειτουργικών εξόδων και ταμειακών ροών για τα πρώτα έτη λειτουργίας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα προβλεπόμενα έσοδα και περιθώρια κέρδους επαρκούν για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας και την εξυπηρέτηση του δανείου, διασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα της επιχείρησης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, η καθαρή παρούσα αξία (ΚΠΑ) της επένδυσης είναι θετική και ο εσωτερικός συντελεστής απόδοσης (IRR) υπερβαίνει το απαιτούμενο κόστος κεφαλαίου, γεγονός που επιβεβαιώνει την οικονομική βιωσιμότητα και ελκυστικότητα του σχεδίου. Η συνεισφορά της επιδότησης αποδεικνύεται καθοριστική, βελτιώνοντας σημαντικά τους δείκτες απόδοσης. Συνολικά, η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ίδρυση της μονάδας παραγωγής ζωοτροφών αποτελεί ένα οικονομικά βιώσιμο και στρατηγικά ωφέλιμο εγχείρημα. Η επένδυση ευθυγραμμίζεται με τους στόχους του Συνεταιρισμού, ενισχύοντας την αυτάρκεια και την ανταγωνιστικότητα των μελών του, ενώ παράλληλα αναμένεται να έχει θετική συμβολή στην τοπική αγροτική οικονομία μέσω της δημιουργίας προστιθέμενης αξίας και νέων ευκαιριών απασχόλησης.Τεκμήριο Επίδραση της χιτοζάνης στη μόλυνση και την ασθένεια που προκαλεί ο ιός τού μωσαϊκού της αγγουριάς (cucumber mosaic virus, CMV) στην κοινή κολοκυθιά (Cucurbita pepo), σε συνθήκες αγρούΧριστοφή, Αντρέας Κ., 2026-05-04. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ΑθήναΗ χιτοζάνη είναι ένας φυσικός πολυσακχαρίτης που παρουσιάζει ευρέως άμεση και έμμεση δράση έναντι διαφόρων φυτικών παθογόνων. Η παρούσα μελέτη είχε ως σκοπό την διερεύνηση της επίδρασης της χιτοζάνης στις μολύνσεις (εργαστηριακές και φυσικές) και την ασθένεια που προκαλεί ο ιός του μωσαϊκού της αγγουριάς (cucumber mosaic virus, CMV) στην κοινή κολοκυθιά. Στη μελέτη χρησιμοποιήθηκε χιτοζάνη μεσαίου μοριακού βάρους, η οποία ψεκάστηκε (1% διάλυμα σε 1% οξικό οξύ) σε νεαρά φυτά τοπικής ποικιλίας κολοκυθιού (Κομποκολόκυθο). Αψέκαστα φυτά και φυτά που ψεκάστηκαν με 1% οξικό οξύ χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες. Μια μέρα μετά τον ψεκασμό, τα μισά φυτά μολύνθηκαν μηχανικά με ελληνική απομόνωση του CMV-I17F. Δέκα ήμερες αργότερα (τέλος Ιούνιου του 2023), συνολικά 180 φυτά (μολυσμένα και υγιή) εγκαταστάθηκαν σε πειραματικό αγρό στο Ύπατο Βοιωτίας, με τρεις επαναλήψεις των 10 φυτών για κάθε μια από τις έξι επεμβάσεις πειραματισμού. Για τους επομένους δύο μήνες, ανά μία ή δυο εβδομάδες, γινόταν καταγραφή δεικτών ανάπτυξης (διάμετρος φυτών, αριθμός ανθέων και αναπτυσσόμενων καρπών) και παραγωγής (συγκομισμένοι καρποί και βάρος συγκομισμένων καρπών), παράλληλα με την εξέλιξη των συμπτωμάτων στα μολυσμένα φυτά. Στον αγρό, 28 ήμερες μετά την τεχνητή μόλυνση των φυτών με CMV, τα μισά φυτά από όλες τις επεμβάσεις ψεκάζονταν σε εβδομαδιαία βάση είτε με απλό θρεπτικό διάλυμα είτε με ενισχυμένο με αμινοξέα γλυκίνη - βεταϊνη και προλίνη. Η εξάπλωση του CMV στους υγιείς μάρτυρες καταγράφηκε με έλεγχο των φυτών με δοκιμές ELISA. Αν και το σχήμα της χιτοζάνης που εφαρμόστηκε δε μείωσε τα ποσοστά μολύνσεων και τις επιπτώσεις του CMV στα φυτά που μολύνθηκαν μηχανικά στο εργαστήριο, μείωσε την επίδρασή του ιού σε αυτά που μολύνθηκαν στον αγρό, χωρίς όμως να έχει κάποια αποτελεσματικότητα στις φυσικές μολύνσεις. Καταγράφηκε όμως θετική επίδραση της εφαρμογής χιτοζάνης στην επιβίωση των φυτών στον αγρό. Η εφαρμογή ενισχυμένου με αμινοξέα θρεπτικού διαλύματος δεν είχε κάποια επίδραση στα φυτά συγκριτικά με την εφαρμογή απλού θρεπτικού διαλύματος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι πραγματοποιήθηκε μόνο μια εφαρμογή χιτοζάνης σε πρώιμο στάδιο της μόλυνσης των φυτών, χρειάζεται περεταίρω πειραματισμός διαδοχικές εφαρμογές και διαφορετικές συγκεντρώσεις, προκειμένου να αξιολογηθεί καλύτερα η επίδραση της χιτοζάνης στη μόλυνση από τον ιό και τις επιπτώσεις της ασθένειας.
