Λογότυπο αποθετηρίου

Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ψηφιακό Αποθετήριο

Καλλιγένεια

Ψηφιακό Αποθετήριο Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
| Digital Repository of Agricultural University of Athens

 

Κοινότητες στο Ιδρυματικό Αποθετήριο

Επιλέξτε μια κοινότητα για να περιηγηθείτε στις συλλογές της.

Τώρα δείχνει 1 - 3 από 3
  • Το 1995 το Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών μετονομάζεται σε Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΓΠΑ) με το Π.Δ. 226/1995, ενώ το 1997 η παλιά βιβλιοθήκη μεταφέρεται σε σύγχρονο κτίριο και λειτουργεί με καινούργιο εξοπλισμό, νέες υπηρεσίες και ειδικευμένο προσωπικό. Το 2019 σε μία λιτή τελετή, οι Πρυτανικές αρχές του Ιδρύματος αναγνωρίζοντας το έργο που έχει προσφέρει στο Πανεπιστήμιο ο Ομότιμος Καθηγητής Αλέξανδρος Πουλοβασίλης, μετονομάζουν τον χώρο σε Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης "Αλέξανδρος Πουλοβασίλης".
  • Το 1989 με το Π.Δ. 377/1989, η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών (Α.Γ.Σ.Α.) μετεξελίσσεται σε Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αποτελούμενο από επτά ανεξάρτητα Ακαδημαϊκά Τμήματα. Παράλληλα, αρχίζει η αναβάθμιση της Βιβλιοθήκης και προσλαμβάνεται προσωπικό. Το υλικό της εμπλουτίζεται με νέα βιβλία, ταξινομείται σε γενικές κατηγορίες και παρέχονται οι πρώτες υπηρεσίες της προς τους χρήστες.
  • Ιδρύθηκε με τον νόμο 1844/1920, ως αυτοτελές Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα με την επωνυμία Ανωτέρα Γεωπονική Σχολή Αθηνών (ΑΓΣΑ) και λίγο αργότερα, με τον νόμο 3894/1929, η σχολή μετονομάζεται από Ανωτέρα σε Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, ονομασία που διατηρήθηκε έως το 1989. Η Βιβλιοθήκη της ΑΓΣΑ ιδρύεται με το Β.Δ. της 13ης Μαΐου 1945 «Περί των δημοσιευμάτων και της Βιβλιοθήκης της Α.Γ.Σ.Α.». Λειτούργησε πολλά χρόνια αποκλειστικά ως φοιτητικό αναγνωστήριο με περιορισμένο υλικό από συγγράμματα καθηγητών ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων.

Πρόσφατες Υποβολές

Τεκμήριο
Βελτιστοποίηση περιβάλλοντος και ανάπτυξη καλλιεργειών σε συστήματα κάθετης γεωργίας
Βατίστας, Χρήστος Β., 2026-07-04. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση τροφίμων, σε συνδυασμό με τον περιορισμό των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και τη συχνότερη εμφάνιση ακραίων κλιματικών φαινομένων, καθιστούν αναγκαία την ανάπτυξη πιο αποδοτικών και περιβαλλοντικά βιώσιμων συστημάτων παραγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, τα συστήματα ελεγχόμενου περιβάλλοντος (Controlled-Environment Agriculture – CEA) και ειδικότερα οι κάθετες καλλιέργειες (Vertical Farming systems – VFs) αποτελούν μια σύγχρονη μέθοδο παραγωγής τροφίμων, η οποία βασίζεται σε πλήρως ρυθμιζόμενες περιβαλλοντικές συνθήκες και σε υψηλής πυκνότητας καλλιέργεια υπό τεχνητό φωτισμό. Στα συστήματα αυτά η ανάπτυξη των φυτών υποστηρίζεται κυρίως μέσω υδροπονίας ή αεροπονίας, με ανακυκλοφορία της απορροής και πλήρη έλεγχο των εισροών. Η πολυεπίπεδη διάταξη των μονάδων καλλιέργειας και η χρήση LED φωτισμού υψηλής ενεργειακής απόδοσης επιτρέπουν τη μέγιστη αξιοποίηση του διαθέσιμου χώρου, καθιστώντας τα VFs μία πολλά υποσχόμενη λύση για βιώσιμη παραγωγή σε αστικά περιβάλλοντα με περιορισμένη διαθέσιμη γη. Παρά τα πλεονεκτήματά τους, η ενεργειακή κατανάλωση που απαιτείται για την υποστήριξη του τεχνητού φωτισμού παραμένει ένας από τους σημαντικότερους περιορισμούς για την οικονομική βιωσιμότητα των συστημάτων αυτών. Η παρούσα διατριβή έχει ως κεντρικό στόχο τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας των συστημάτων κάθετης καλλιέργειας μέσω της αύξησης της τελικής παραγωγής, της βελτίωσης της αποδοτικότητας χρήσης ενέργειας και της ορθολογικής αξιοποίησης του τεχνητού φωτισμού. Η ερευνητική προσέγγιση οργανώθηκε σε δύο βασικούς άξονες: Ο πρώτος άξονας επικεντρώθηκε στη διερεύνηση του ρόλου των φασματικών συνθέσεων στην αύξηση του αριθμού και της ποιότητας των παραγόμενων σποροφύτων, καθώς και στη μείωση του χρόνου που απαιτείται για την ανάπτυξη ριζιδίου και βλαστού από τους σπόρους. Η παραγωγή περισσότερων και καλύτερα ανεπτυγμένων σποροφύτων είναι καθοριστική τόσο για καλλιέργειες πλήρους ανάπτυξης όσο και για την παραγωγή microgreens, ενός κλάδου με συνεχώς αυξανόμενο εμπορικό ενδιαφέρον. Δεδομένου ότι σε συστήματα κάθετης καλλιέργειας η ανάπτυξη βασίζεται αποκλειστικά στον τεχνητό φωτισμό, ο προσδιορισμός των κατάλληλων φασμάτων στα πρώιμα στάδια μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μελλοντική συσσώρευση βιομάζας και στη συνολική αύξηση της τελικής παραγωγής. Ο δεύτερος άξονας εστίασε στη μελέτη της χωρικής κατανομής του φωτός μέσα στο σύστημα καλλιέργειας. Στα συστήματα κάθετης καλλιέργειας, η διάταξη των λαμπτήρων σε μικρή απόσταση από τα φυτά και η ιδιαίτερα υψηλή πυκνότητα φύτευσης δημιουργούν περιοχές έντονου και περιορισμένου φωτισμού, με αποτέλεσμα την εμφάνιση σκιασμένων ζωνών που υποβαθμίζουν τη φωτοσυνθετική απόδοση των κατώτερων φύλλων. Σε αντίθεση με το ηλιακό φως, το οποίο διαχέεται φυσικά στο ανοιχτό πεδίο και κατανέμεται πιο ομοιόμορφα πάνω στη φυλλική επιφάνεια, ο τεχνητός φωτισμός στις κλειστές καλλιέργειες απαιτεί προσεκτική διαχείριση προκειμένου να περιοριστεί η ανισοκατανομή φωτονίων. Η ανομοιόμορφη κατανομή του φωτός οδηγεί σε σκιασμένες περιοχές, αυξημένες νεκρώσεις κατώτερων φύλλων και τελικά σε μειωμένη αξιοποίηση των εισροών και απώλειες παραγωγής. Η συγκεκριμένη ερευνητική κατεύθυνση στόχευσε στη βελτίωση της κατανομής του φωτός, στη μείωση των φαινομένων σκίασης και στην αύξηση της συνολικής παραγωγής μέσω τεχνικών που ενισχύουν την ομοιομορφία φωτισμού. Στο πρώτο πείραμα διερευνήθηκε η κατανομή της φωτοσυνθετικά ενεργού ακτινοβολίας (Photosynthetic Active Radiation – PAR) στο εσωτερικό του θαλάμου ανάπτυξης που χρησιμοποιήθηκε στα πειράματα, καθώς και η ενεργειακή του κατανάλωση για διαφορετικές εντάσεις της λάμπας LED. Οι μετρήσεις έδειξαν σημαντικές μεταβολές στην ένταση του φωτός τόσο κατακόρυφα όσο και οριζόντια, με υψηλές τιμές κοντά στην πηγή και αισθητά χαμηλότερες τιμές στα περιφερειακά και κατώτερα σημεία. Οι απομακρυσμένες από τη λάμπα περιοχές παρουσίασαν μεγαλύτερη ομοιομορφία, αλλά με εμφανή εξασθένιση της έντασης όσο αυξάνεται η απόσταση από την πηγή. Οι μετρήσεις πραγματοποιήθηκαν απουσία φυτών, γεγονός που υποδηλώνει ότι με την παρουσία κόμης η ένταση φωτισμού στα κατώτερα στρώματα θα ήταν ακόμη χαμηλότερη και ανεπαρκής για την ομαλή ανάπτυξη. Οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν το συγκεκριμένο φωτιστικό σύστημα και τη δεδομένη διάταξη LED. Διαφορετικές κατανομές φωτιστικών στοιχείων στο πάνελ ενδέχεται να επιτυγχάνουν πιο ομοιόμορφη και αποτελεσματική διάδοση φωτονίων. Το δεύτερο πείραμα εξέτασε την επίδραση οκτώ φασμάτων φωτός και τριών φωτοπεριόδων στη βλάστηση σπόρων μαρουλιού, λάχανου, σπανακιού και ρόκας. Τα είδη παρουσίασαν διαφοροποιημένη ανταπόκριση στο φως, με ορισμένες φασματικές συνθέσεις να ενισχύουν σημαντικά τόσο το ποσοστό βλάστησης όσο και τον χρόνο που απαιτείται για την ανάπτυξη του ριζιδίου. Οι σπόροι μαρουλιού και σπανακιού εμφάνισαν υψηλή βλαστικότητα τόσο στο σκοτάδι όσο και υπό τις περισσότερες συνθήκες φωτισμού, ενώ οι σπόροι λάχανου και ρόκας παρουσίασαν σαφώς καλύτερη απόδοση μόνο υπό φωτιζόμενες συνθήκες. Σημαντικές διαφοροποιήσεις παρατηρήθηκαν επίσης στα μορφολογικά χαρακτηριστικά των σποροφύτων μεταξύ των διαφορετικών φασμάτων και φωτοπεριόδων. Για τον συνδυασμό αυξημένου αριθμού σποροφύτων και ικανοποιητικών μορφολογικών χαρακτηριστικών, προσδιορίστηκαν οι ενεργειακά αποδοτικότερες συνθήκες για κάθε είδος, με στόχο τη βέλτιστη τελική παραγωγή με τη μικρότερη δυνατή κατανάλωση ενέργειας. Η μελέτη επικεντρώθηκε στα πρώιμα στάδια ανάπτυξης, καλύπτοντας το χρονικό διάστημα των πρώτων επτά ημερών μετά τη σπορά. Το τρίτο πείραμα βασίστηκε στα αποτελέσματα του δεύτερου, όπου το λάχανο και η ρόκα έδειξαν ότι ο χρόνος και το ποσοστό βλάστησης εξαρτώνται άμεσα από την ποιότητα του φωτός. Το εύρημα αυτό δημιούργησε περαιτέρω επιστημονικό ενδιαφέρον, καθώς και τα δύο είδη αποτελούν δημοφιλή προϊόντα στην καλλιέργεια microgreens. Στο πρώτο στάδιο του πειράματος εξετάστηκαν εννέα φάσματα φωτός σε συνδυασμό με τρεις φωτοπεριόδους, με στόχο τον εντοπισμό των συνθηκών που αποδίδουν το μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχούς ανάπτυξης σποροφύτων. Η διάρκεια κάθε πειραματικής επανάληψης ήταν επτά ημέρες, στο τέλος των οποίων καταγράφηκαν η νωπή και η ξηρή βιομάζα των φυταρίων που ανέπτυξαν ρίζα και βλαστό. Η ξηρή βιομάζα ανέδειξε τις διαφοροποιήσεις που προκαλεί κάθε φάσμα στις βιοχημικές διεργασίες των σποροφύτων και στη μετέπειτα συσσώρευση βιομάζας. Στο δεύτερο στάδιο του πειράματος διερευνήθηκε κατά πόσο η χρήση συνδυασμένων φωτισμών θα μπορούσε να αυξήσει την τελική παραγωγή microgreens. Η μεθοδολογία περιλάμβανε (α) αρχική έκθεση των σπόρων στα φάσματα και τις φωτοπεριόδους που είχαν αποδώσει τα υψηλότερα ποσοστά βλάστησης, ώστε να παραχθεί μεγαλύτερος αριθμός σποροφύτων, και (β) στη συνέχεια εφαρμογή του φάσματος που είχε αποδειχθεί ότι ενισχύει περισσότερο τη συσσώρευση ξηρής βιομάζας. Τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με τη συμβατική μέθοδο καλλιέργειας microgreens, όπου οι σπόροι διατηρούνται στο σκοτάδι για 3–5 ημέρες πριν εκτεθούν στον φωτισμό ανάπτυξης. Δεδομένου ότι το σκοτάδι είχε αποδειχθεί αναποτελεσματικό για λάχανο και ρόκα, ο συνδυασμένος φωτισμός παρείχε σαφές πλεονέκτημα: για το λάχανο η παραγωγή αυξήθηκε κατά περίπου 50 %, ενώ για τη ρόκα κατά περίπου 22 %. Επιπλέον, η αποδοτικότητα χρήσης ενέργειας και φωτός βελτιώθηκε σημαντικά, καθώς η υψηλότερη τελική παραγωγή επέτρεψε πιο αποδοτική αξιοποίηση της παρεχόμενης ενέργειας σε σύγκριση με τη συμβατική μέθοδο καλλιέργειας microgreens. Το τέταρτο πείραμα σχεδιάστηκε με βάση τα ευρήματα του πρώτου, στο οποίο είχε καταγραφεί έντονη ανομοιομορφία στην κατανομή της φωτεινής ακτινοβολίας στο εσωτερικό του θαλάμου ανάπτυξης. Στόχος ήταν να διερευνηθεί κατά πόσο η βελτίωση της διάχυσης του φωτός και η μείωση των σκιασμένων ζωνών μπορούν να αυξήσουν την τελική παραγωγή σε καλλιέργεια πυκνής φύτευσης. Για τον σκοπό αυτό καλλιεργήθηκαν τέσσερα φυτά μαρουλιού στο ίδιο δοχείο και εξετάστηκαν πέντε διαφορετικά σενάρια. Στην πρώτη μέθοδο χρησιμοποιήθηκαν σκουρόχρωμες πλευρικές επιφάνειες, ώστε να αποτραπεί η ανάκλαση των φωτονίων που προέρχονται από τον κατακόρυφο φωτισμό. Στη δεύτερη μέθοδο τοποθετήθηκε απλή ανακλαστική επιφάνεια γύρω από τα φυτά, με σκοπό την ανάκλαση των προσπιπτόντων φωτονίων προς το εσωτερικό της κόμης. Στην τρίτη μέθοδο εφαρμόστηκε ανάγλυφη ανακλαστική επιφάνεια, ικανή να ανακλά την ακτινοβολία προς πολλαπλές κατευθύνσεις και να δημιουργεί πιο έντονη διάχυση φωτός στο εσωτερικό της κόμης. Στην τέταρτη και πέμπτη μέθοδο οι δύο ανακλαστικές επιφάνειες (απλή και ανάγλυφη) συνδυάστηκαν με πλευρικό συμπληρωματικό φωτισμό χαμηλής έντασης μέσω ταινίας LED. Οι ανακλαστικές επιφάνειες βελτίωσαν αισθητά την είσοδο φωτός στο εσωτερικό της κόμης, κάτι που επιβεβαιώθηκε από την αύξηση της παραγόμενης βιομάζας και τη μείωση των νεκρώσεων στα κατώτερα φύλλα, σε σύγκριση με την πρώτη μέθοδο. Οι μέθοδοι που περιλάμβαναν πλευρικό φωτισμό απέδωσαν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα, με την διάταξη ανάγλυφης επιφάνειας σε συνδυασμό με πλευρικό φωτισμό να παρουσιάζει την υψηλότερη απόδοση. Η αποδοτικότητα χρήσης νερού, ενέργειας και φωτός ήταν αυξημένη σε όλες τις βελτιωμένες μεθόδους, με τη μέθοδο της ανάγλυφης επιφάνειας και του πλευρικού φωτισμού να εμφανίζει τη βέλτιστη συνολική επίδοση. Συνολικά, τα αποτελέσματα της διατριβής αναδεικνύουν ότι η στοχευμένη διαχείριση της ποιότητας και της χωρικής κατανομής του φωτός μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά την παραγωγικότητα, την ενεργειακή αποδοτικότητα και τη λειτουργική σταθερότητα των συστημάτων κάθετης καλλιέργειας. Η βελτίωση των πρώιμων σταδίων ανάπτυξης μέσω κατάλληλων φασματικών συνθέσεων, σε συνδυασμό με τεχνικές που αυξάνουν την ομοιομορφία φωτισμού σε πυκνές καλλιέργειες, προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για τη μείωση του κόστους παραγωγής και την καλύτερη αξιοποίηση των εισροών. Τα ευρήματα μπορούν να εφαρμοστούν τόσο στην παραγωγή microgreens όσο και σε μονάδες μεγάλης κλίμακας φυλλωδών λαχανικών, συμβάλλοντας στη βελτίωση της βιωσιμότητας των κάθετων καλλιεργειών και στην ευρύτερη ενίσχυση της αστικής γεωργίας ως λύση για την επισιτιστική ασφάλεια του μέλλοντος.
Τεκμήριο
Μελέτη των πληθυσμών του λύκου (Canis lupus) στον Ν. Ευρυτανίας
Βλαχάκη, Ιουλία Φ., 2026-06-28. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Καρπενήσι
Η παρούσα μελέτη διερεύνησε τη σύγκρουση μεταξύ κτηνοτροφίας και του Λύκου (Canis lupus) στην Περιφερειακή Ενότητα Ευρυτανίας, προσεγγίζοντας το ζήτημα υπό οικολογικό και κοινωνικό πρίσμα. Στόχος ήταν η αποτύπωση της παρουσίας του είδους, η ποσοτικοποίηση των απωλειών ζωικού κεφαλαίου και η διερεύνηση των στάσεων των κτηνοτρόφων απέναντι στη διατήρησή του. Η έρευνα βασίστηκε σε συνδυασμό μεθόδων πεδίου και κοινωνικής έρευνας. Η παρουσία ατόμων που ταυτίζονται φαινοτυπικά με άτομα λύκου τεκμηριώθηκε μέσω φωτογραφικών καταγραφών και από κάμερες παγίδευσης. Παράλληλα, συλλέχθηκαν δεδομένα μέσω ερωτηματολογίων από κτηνοτρόφους της περιοχής σχετικά με επιθέσεις, απώλειες, εφαρμοζόμενα μέτρα προστασίας και αντιλήψεις για το είδος. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν σημαντικό αριθμό απωλειών, με κύρια θιγόμενα τα αιγοπρόβατα και ιδιαίτερη ευπάθεια των νεαρών και παραγωγικών ζώων. Η στατιστική ανάλυση έδειξε διαφοροποιήσεις στα ποσοστά απωλειών μεταξύ ομάδων εκτροφών, ενώ η αποτελεσματικότητα επιμέρους προληπτικών μέτρων δεν εμφάνισε πάντοτε στατιστικά σημαντική επίδραση, υποδηλώνοντας τον πολυπαραγοντικό χαρακτήρα της σύγκρουσης. Σε κοινωνικό επίπεδο, διαπιστώθηκαν έντονα αρνητικά συναισθήματα έναντι του λύκου και χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης προς τους κρατικούς μηχανισμούς αποζημίωσης. Ωστόσο, η πλειονότητα των συμμετεχόντων αναγνώρισε τη σημασία μη θανατηφόρων μέτρων πρόληψης. Συμπερασματικά, η σύγκρουση στην Ευρυτανία συνιστά σύνθετο κοινωνικο-οικολογικό ζήτημα, η αποτελεσματική διαχείριση του οποίου προϋποθέτει συστηματική οικολογική παρακολούθηση, βελτίωση των προληπτικών πρακτικών, ενίσχυση των αποζημιωτικών μηχανισμών και ενεργό συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας. Η διατήρηση του είδους στην περιοχή εξαρτάται από την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ οικολογικών αναγκών και κοινωνικοοικονομικής βιωσιμότητας της κτηνοτροφίας.
Τεκμήριο
Λειτουργική ανάλυση των μηχανισμών ανθεκτικότητας των εχθρών καλλιεργειών στα εντομοκτόνα, με έμφαση στις κυτοχρωμικές οξειδάσες P450 (cytochrome P450s)
Τσακιρέλη, Δήμητρα Α., 2026-06-10. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η εκτεταμένη χρήση εντομοκτόνων και ακαρεοκτόνων στη γεωργία έχει οδηγήσει στην εμφάνιση ανθεκτικότητας σε πολλά επιβλαβή αρθρόποδα, περιορίζοντας σταδιακά την αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων χημικών μέσων. Η κατανόηση των μοριακών μηχανισμών που σχετίζονται με τo φαινόμενo της ανθεκτικότητας είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη αποτελεσματικότερων στρατηγικών διαχείρισης κι αντιμετώπισης του φαινομένου. Η παρούσα διατριβή εξετάζει το ρόλο των κυτοχρωμικών οξειδασών P450 στην ανάπτυξη της ανθεκτικότητας σε εντομοκτόνα και ακαρεοκτόνα σε τρία είδη αρθροπόδων με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για τη γεωργία και τη μελισσοκομία: τον τετράνυχο Tetranychus urticae, τον δάκο της ελιάς Bactrocera oleae και το παρασιτικό άκαρι της μέλισσας Varroa destructor. Επιλεγμένα γονίδια των κυτοχρωμικών οξειδασών P450 εκφράστηκαν ετερόλογα σε βακτήρια E. coli, προκειμένου να διερευνηθεί in vitro η ικανότητα των αντίστοιχων ενζύμων να μεταβολίζουν εντομοκτόνα και ακαρεοκτόνα, ενώ στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε ταυτοποίηση των παραγόμενων μεταβολιτών. Στον τετράνυχο Tetranychus urticae η λειτουργική ανάλυση των κυτοχρωμικών οξειδασών P450 CYP392A16, CYP392A11, CYP392D8 και CYP392D2 έδειξε ότι τα ένζυμα αυτά μπορούν να μεταβολίζουν ακαρεοκτόνα διαφορετικών χημικών ομάδων, όπως τα pyflubumide, bifenazate, amitraz, chlorfenapyr, pyridaben και etoxazole. Στο δάκο της ελιάς Bactrocera oleae διαπιστώθηκε ότι οι κυτοχρωμικές οξειδάσες P450 CYP6G6, CYP6G28, CYP6A61 και CYP4P6 συμμετέχουν στον μεταβολισμό πυρεθροειδών. Στο παρασιτικό άκαρι της μέλισσας Varroa destructor η κυτοχρωμική οξειδάση P450 CYP3002B2 βρέθηκε να μεταβολίζει τα ακαρεοκτόνα amitraz και flumethrin. Συνολικά, η διατριβή παρέχει in vitro λειτουργικά δεδομένα για τον ρόλο επιλεγμένων κυτοχρωμικών οξειδασών P450 στον μεταβολισμό εντομοκτόνων και ακαρεοκτόνων σε τρία σημαντικά είδη επιβλαβών αρθροπόδων και συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση της μεταβολικής ανθεκτικότητας. Τα δεδομένα αυτά συμβάλλουν στην αναγνώριση κυτοχρωμικών οξειδασών P450 που σχετίζονται με τη μεταβολική ανθεκτικότητα και μπορούν να υποστηρίξουν την επιλογή υποψήφιων μοριακών δεικτών για την ανάπτυξη διαγνωστικών εργαλείων ανίχνευσης και παρακολούθησής του φαινομένου. Επιπλέον, η εργασία οδήγησε στη δημιουργία βιβλιοθηκών ανασυνδυασμένων κυτοχρωμικών οξειδασών P450, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν σε μελλοντικές μελέτες για την αξιολόγηση νέων δραστικών ουσιών και πιθανών αναστολέων των ενζύμων αυτών, συμβάλλοντας στον σχεδιασμό βελτιωμένων σκευασμάτων με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα έναντι ανθεκτικών πληθυσμών. Με τον τρόπο αυτό, τα δεδομένα της διατριβής μπορούν να συμβάλουν σε πιο τεκμηριωμένες στρατηγικές διαχείρισης της ανθεκτικότητας.
Τεκμήριο
Αξιολόγιση της ποιοτικής κατάστασης ξύλινων στύλων για δίκτυα κοινής ωφέλειας με μη καταστρεπτικές μεθόδους
Κόκκαλη, Δήμητρα Ν., 2026-06-30. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Καρπενήσι
Στην παρούσα διατριβή εξετάζεται η αξιολόγηση της ποιοτικής κατάστασης των ξύλινων στύλων σε δίκτυα κοινής ωφέλειας, με έμφαση στη χρήση μη καταστρεπτικών μεθόδων ελέγχου. Οι ξύλινοι στύλοι, λόγω της μακροχρόνιας έκθεσής τους σε περιβαλλοντικούς και βιολογικούς παράγοντες, παρουσιάζουν υποβάθμιση των μηχανικών τους ιδιοτήτων, αν και ο εμποτισμός βελτιώνει τη διάρκεια ζωής τους. Με τη χρήση μη καταστρεπτικών μεθόδων αξιολόγησης, όπως ο οπτικός έλεγχος, οι τεχνικές μετάδοσης υπερήχων, η ακουστική τομογραφία, καθώς και οι μέθοδοι αντίστασης - διάτρησης, γίνεται αξιόπιστη εκτίμηση της δομικής επάρκειας των ξύλινων στύλων και ακολούθως συντήρηση ή αντικατάσταση. Παρουσιάζεται μια συγκριτική ανάλυση των μεθόδων και αναδεικνύεται η σημασία της συνδυαστικής χρήσης τους. Τέλος, παρουσιάζονται μετρήσεις πενήντα (50) κορμοτεμαχίων, κατανεμημένα σε πέντε ομάδες στην Περιφερειακή Ενότητα της Ευρυτανίας. Από την αξιολόγηση προέκυψε ότι το 88% των στύλων (44/50) πληρούν πλήρως τις απαιτήσεις, ενώ μόνο ένας στύλος κρίθηκε ακατάλληλος λόγω συνδυασμού τριών σοβαρών ελαττωμάτων (υπερβολικός ρόζος, κυματοειδείς ραγαδώσεις και μέτρια στρεψοΐνια). Επιπλέον, η μέση κωνικομορφία του συνόλου των στύλων διαμορφώθηκε στα 0,82 cm/m, αισθητά κάτω από το ανώτατο επιτρεπτό όριο του EN 14229:2010 (1,5 cm/m). Εξάγονται γενικότερα συμπεράσματα σε σχέση με τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού προτύπου EN 14229:2010 και της προδιαγραφής GR-49 της ΔΕΔΔΗΕ.
Τεκμήριο
Προοπτικές και προκλήσεις της αξιοποίησης των υπολειμμάτων του αγροδιατροφικού τομέα στη διατροφή των μονογαστρικών ζώων
Αναστασιάδου, Κωνσταντίνα Μ., 2026-06-23. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η παρούσα διπλωματική μελέτη εξετάζει τις προοπτικές και τις προκλήσεις της αξιοποίησης υπολειμμάτων και υποπροϊόντων του αγροδιατροφικού τομέα στη διατροφή των μονογαστρικών ζώων, με έμφαση στους χοίρους και τα πτηνά. Η μελέτη εστιάζει αρχικά στη σημασία της χοιροτροφίας και της πτηνοτροφίας για την κάλυψη των αναγκών σε πρωτεΐνη ζωικής προέλευσης και την επισιτιστική επάρκεια, αλλά και στις πιέσεις που δέχονται οι συγκεκριμένοι κλάδοι λόγω του αυξημένου κόστους των ζωοτροφών, της εξάρτησης από συμβατικές πρωτεϊνούχες πρώτες ύλες, των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα και των αυξανόμενων απαιτήσεων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Σκοπός της εργασίας είναι να διερευνηθεί κατά πόσο τα αγροδιατροφικά υποπροϊόντα μπορούν να αποτελέσουν εναλλακτικές πρώτες ύλες ζωοτροφών, συμβάλλοντας στη μείωση της σπατάλης πόρων, στη μερική υποκατάσταση συμβατικών ζωοτροφών και στην προώθηση της κυκλικής οικονομίας. Για την προσέγγιση του θέματος αξιοποιούνται επιστημονικές δημοσιεύσεις, διαθέσιμα παγκόσμια, ευρωπαϊκά και εθνικά στατιστικά δεδομένα, καθώς και επίσημα ευρωπαϊκά και εθνικά νομοθετικά κείμενα. Με βάση αυτό το υλικό, αναλύονται η θέση της χοιροτροφίας και της πτηνοτροφίας στη σύγχρονη ζωική παραγωγή, οι βασικές αρχές διατροφής των μονογαστρικών ζώων, η σημασία του σογιάλευρου και των πρωτεϊνούχων πρώτων υλών, καθώς και οι βασικές κατηγορίες υποπροϊόντων του αγροδιατροφικού τομέα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη θρεπτική αξία και στη χημική σύσταση των υποπροϊόντων, στην παρουσία βιοδραστικών ενώσεων, στους αντιδιαιτητικούς παράγοντες, στις τεχνολογικές δυνατότητες επεξεργασίας τους, καθώς και στις απαιτήσεις που αφορούν την ασφάλεια, την υγιεινή και την ιχνηλασιμότητα των ζωοτροφών. Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι, τα αγροδιατροφικά υποπροϊόντα μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να συμβάλουν στη διαμόρφωση πιο βιώσιμων και αποδοτικών συστημάτων διατροφής για τα μονογαστρικά ζώα. Ωστόσο, η αξιοποίησή τους απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό και δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση, κατάλληλη επεξεργασία, σαφές θεσμικό πλαίσιο και συνεργασία μεταξύ παραγωγών, επιχειρήσεων, ερευνητικών φορέων και συμβουλευτικών δομών. Συνεπώς, η χρήση τους μπορεί να ενισχύσει τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της ζωικής παραγωγής, εφόσον εντάσσεται σε ένα οργανωμένο, ασφαλές και τεκμηριωμένο πλαίσιο εφαρμογής.