Λογότυπο αποθετηρίου

Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ψηφιακό Αποθετήριο

Καλλιγένεια

Ψηφιακό Αποθετήριο Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
| Digital Repository of Agricultural University of Athens

 

Κοινότητες στο Ιδρυματικό Αποθετήριο

Επιλέξτε μια κοινότητα για να περιηγηθείτε στις συλλογές της.

Τώρα δείχνει 1 - 3 από 3
  • Το 1995 το Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών μετονομάζεται σε Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΓΠΑ) με το Π.Δ. 226/1995, ενώ το 1997 η παλιά βιβλιοθήκη μεταφέρεται σε σύγχρονο κτίριο και λειτουργεί με καινούργιο εξοπλισμό, νέες υπηρεσίες και ειδικευμένο προσωπικό. Το 2019 σε μία λιτή τελετή, οι Πρυτανικές αρχές του Ιδρύματος αναγνωρίζοντας το έργο που έχει προσφέρει στο Πανεπιστήμιο ο Ομότιμος Καθηγητής Αλέξανδρος Πουλοβασίλης, μετονομάζουν τον χώρο σε Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης "Αλέξανδρος Πουλοβασίλης".
  • Το 1989 με το Π.Δ. 377/1989, η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών (Α.Γ.Σ.Α.) μετεξελίσσεται σε Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αποτελούμενο από επτά ανεξάρτητα Ακαδημαϊκά Τμήματα. Παράλληλα, αρχίζει η αναβάθμιση της Βιβλιοθήκης και προσλαμβάνεται προσωπικό. Το υλικό της εμπλουτίζεται με νέα βιβλία, ταξινομείται σε γενικές κατηγορίες και παρέχονται οι πρώτες υπηρεσίες της προς τους χρήστες.
  • Ιδρύθηκε με τον νόμο 1844/1920, ως αυτοτελές Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα με την επωνυμία Ανωτέρα Γεωπονική Σχολή Αθηνών (ΑΓΣΑ) και λίγο αργότερα, με τον νόμο 3894/1929, η σχολή μετονομάζεται από Ανωτέρα σε Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, ονομασία που διατηρήθηκε έως το 1989. Η Βιβλιοθήκη της ΑΓΣΑ ιδρύεται με το Β.Δ. της 13ης Μαΐου 1945 «Περί των δημοσιευμάτων και της Βιβλιοθήκης της Α.Γ.Σ.Α.». Λειτούργησε πολλά χρόνια αποκλειστικά ως φοιτητικό αναγνωστήριο με περιορισμένο υλικό από συγγράμματα καθηγητών ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων.

Πρόσφατες Υποβολές

Τεκμήριο
Μελέτη στη διατροφή του κρανιού, Argyrosomus regius (Asso 1801): επίδραση της θερμοκρασίας και του διατροφικού λίπους στη φυσιολογία της πέψης, στις ζωοτεχνικές παραμέτρους, στα μορφομετρικά χαρακτηριστικά και στο μεταβολισμό του λίπους
Κουννά, Χριστιάνα Ν., 2025-12-22. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Οι περισσότερες μελέτες για τη βελτιστοποίηση της ανάπτυξης του εκτρεφόμενου κρανιού (Argyrosomus regius), έχουν επικεντρωθεί στη σύνθεση σιτηρεσίου παραβλέποντας την επίδραση της θερμοκρασίας. Παρόλο που έχει σημειωθεί πρόοδος στην κατανόηση των διατροφικών απαιτήσεων του είδους και η επίδραση του διατροφικού επιπέδου του λίπους έχει μελετηθεί στην αύξησή του, η επίδρασή του λίπους στη φυσιολογία της πέψης δεν έχει μελετηθεί. Η χαμηλή λιποπεριεκτικότητα στο μυ και στο σώμα του, ακόμη και όταν τρέφεται με σιτηρέσια υψηλής λιποπεριεκτικότητας, καθιστούν τη μελέτη του μεταβολισμού του λίπους στο είδος αυτό ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Σχεδιάστηκαν 4 θερμοκρασιακές συνθήκες (17, 20, 23, 26ºC - Κεφ. 3.1) και τρία ισοπρωτεϊνικά (47% ξηρής μάζας) πειραματικά σιτηρέσια με διαφορετική περιεκτικότητα λίπους (15, 18-19, 24% ξηρής μάζας – Κεφ. 3.2, 3.3). Εξετάστηκε η διατροφική αξία των πειραματικών σιτηρεσίων με την κατανάλωση και αξιοποίηση των θρεπτικών συστατικών και το αποτέλεσμα στις παραμέτρους αύξησης των ιχθύων. Διερευνήθηκε επίσης η επίδραση της θερμοκρασίας και του επιπέδου του διατροφικού λίπους στη φυσιολογία της πέψης, μέσω της διέλευσης της τροφής στον πεπτικό σωλήνα, καθώς και της υγρασίας και ενυδάτωσης του πεπτικού σωλήνα· στις μορφομετρικές παραμέτρους των ιχθύων, συμπεριλαμβανομένου του πεπτικού σωλήνα και στη σύσταση σώματος και ήπατος. Επιπλέον, διερευνήθηκε η επίδραση του επίπεδου του διατροφικού λίπους, στην πεπτικότητα των θρεπτικών συστατικών, καθώς επίσης σε σχέση με το χρόνο μετά την παροχή του γεύματος στα πεπτικά ένζυμα λιπάση και αμυλάση και στο pH του στομαχικού περιεχομένου. Επίσης, διερευνήθηκε η επίδραση του επιπέδου του διατροφικού λίπους στο μεταβολισμό του λίπους, με την εκτίμηση της ενεργότητας βασικών ενζύμων της λιπογένεσης (G6PD, malic enzyme), τον προσδιορισμό της β-οξείδωσης μέσω του ενζύμου HOAD σε ιστό ήπατος και της συγκέντρωσης λιπιδίων (ολικά, τριγλυκερίδια, χοληστερόλη) στον ορό του αίματος σε επιλεγμένα χρονικά διαστήματα από τη χορήγηση του σιτηρεσίου στους ιχθύς. Ακόμη, εξετάστηκε η επίδραση του διατροφικού επιπέδου λίπους και η πάροδος του χρόνου από το γεύμα, στη συγκέντρωση της γλυκόζης στον ορό του αίματος. Η φυσιολογία της πέψης επηρεάστηκε από τη θερμοκρασία νερού και το επίπεδο διατροφικού λίπους. Ο χρόνος γαστρικής εκκένωσης (ΧΓΕ) (μισό-άδειος στόμαχος) κυμάνθηκε από 2.4 ώρες στο 15% διατροφικό λίπος μέχρι τις 7.3 - 7.4 ώρες στους 20 και 23ºC. Μικρότερος ΧΓΕ βρέθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο διατροφικού λίπους (15%) και στη χαμηλότερη θερμοκρασία νερού (17ºC). Το μοτίβο κίνησης του ξηρού περιεχομένου στον γαστρεντερικό σωλήνα (ΓΕΣ) ήταν παρόμοιο μεταξύ των τριών συνθηκών διαφορετικού επιπέδου διατροφικού λίπους. Η διέλευση του ξηρού περιεχομένου εντός του ΓΕΣ του κρανιού επιταχύνθηκε με την αύξηση της θερμοκρασίας. Οι συνθήκες 23 και 26ºC, παρουσίασαν παρόμοιο μοτίβο κίνησης του περιεχομένου εντός του ΓΕΣ. Το μοτίβο κίνησης του ξηρού περιεχομένου στο οπίσθιο τμήμα του εντέρου και το ποσοστό συσσώρευσης με το χρόνο, ήταν επίσης παρόμοια μεταξύ των 2 χαμηλότερων θερμοκρασιών νερού. Ο στόμαχος των ιχθύων σε όλες τις συνθήκες είχε εκκενωθεί 23-24 ώρες μετά το γεύμα, εκτός της συνθήκης 17ºC, στην οποία εκκενώθηκε μεταξύ 12 και 24 ώρες μετά το γεύμα. Στις 23/24 ώρες το οπίσθιο τμήμα του εντερικού σωλήνα είχε ακόμη περιεχόμενο, ανεξαρτήτως συνθήκης. Το % ενυδάτωσης στον ΓΕΣ επηρεάστηκε από τη θερμοκρασία, με χαμηλότερο % στους 17ºC, αλλά όχι από το σιτηρέσιο (επίπεδο διατροφικού λίπους), ενώ το % υγρασίας στο στόμαχο δεν επηρεάστηκε από τις 2 παραμέτρους. Το σιτηρέσιο δεν είχε επίδραση ούτε στο pH του στομαχικού περιεχόμενου, αν και οι τιμές στη συνθήκη με το 24% διατροφικό λίπος ήταν λίγο χαμηλότερες από τις άλλες δύο. Το % υγρασίας ήταν μικρότερο στο στόμαχο σε σύγκριση με τα δύο εντερικά τμήματα, ενώ το % ενυδάτωσης ήταν μεγαλύτερο στο στόμαχο και μειώθηκε κατά μήκος του ΓΕΣ. Ο χρόνος από την παροχή του γεύματος είχε επίδραση στην ενεργότητα των πεπτικών ενζύμων, στο pH του στομαχικού περιεχομένου, στο % υγρασίας και ενυδάτωσης στο στομαχικό περιεχόμενο και στους μεταβολίτες του ορού του αίματος. Το επίπεδο διατροφικού λίπους (σιτηρέσιο) επηρέασε την ενεργότητα της λιπάσης στο πρόσθιο τμήμα του εντερικού ιστού σε συνδυασμό με την πάροδο του χρόνου από το γεύμα, αλλά όχι της αμυλάσης. Στο εντερικό περιεχόμενο, η επίδραση του επιπέδου του διατροφικού λίπους στην ενεργότητα της λιπάσης ήταν αισθητή μόνο τις πρώτες 4 ώρες μετά τη χορήγηση του γεύματος, όταν μεγαλύτερο ή ίσο με το 50% του στομαχικού περιεχομένου είχε μετακινηθεί στο έντερο. Η ενεργότητα της αμυλάσης (46.30-56.03 U/L, μέσος όρος ανά συνθήκη) ήταν πολύ μεγαλύτερη από της λιπάσης (9.16-12.50 U/L) στο πρόσθιο τμήμα του εντερικού ιστού, δείχνοντας μεγαλύτερη δυνατότητα ως προς την πέψη των υδατανθράκων στο τμήμα αυτό. Σε θερμοκρασία νερού 23.5–26ºC, η πεπτικότητα της πρωτεΐνης και του λίπους ήταν υψηλή (>94%) και δεν επηρεάστηκε από το σιτηρέσιο/επίπεδο διατροφικού λίπους, ενώ των υδατανθράκων μειώθηκε (91-86%) με την αύξηση του διατροφικού αμύλου (-μείωση του διατροφικού λίπους). Η πεπτικότητα των λιπαρών οξέων (Λ.Ο.), εκτός των κορεσμένων Λ.Ο., είχε μια τάση αύξησης με την αύξηση του διατροφικού λίπους, ενώ των αμινοξέων δεν επηρεάστηκε. Χαμηλότερη πεπτικότητα ανάμεσα στα Λ.Ο. είχε το 18:00 (49.3-54.5%) και υψηλότερη το 20:5ω-3 (EPA, 94.4 - 95.6%). Η αύξηση της θερμοκρασίας νερού, από τους 17 στους 26ºC βελτίωσε την αύξηση, την αποδοτικότητα της τροφής και τη χρήση θρεπτικών συστατικών στον κρανιό. Η σύσταση του σώματος και του φιλέτου δεν επηρεάστηκαν από τη θερμοκρασία, εκτός της πρωτεΐνης στο φιλέτο που ήταν χαμηλότερη στους 17ºC (16.30%) από τους 26ºC (17.44%). Το ποσοστό σίτισης σε θερμοκρασία ίση ή χαμηλότερη από τους 17ºC πρέπει να προσαρμόζεται για να αποφεύγονται απώλειες. Το διατροφικό λίπος από 15 μέχρι 24% δεν διαφοροποίησε την εναπόθεση λίπους στο σώμα (6.08-6.88%) ή στο ήπαρ του κρανιού, διατηρώντας την ικανότητα του να αξιοποιεί το διαθέσιμο λίπος για ενεργειακούς σκοπούς. Ο ειδικός ρυθμός ανάπτυξης (SGR) των ιχθύων δεν επηρεάστηκε σημαντικά από τα διαφορετικά σιτηρέσια, παρόλο που παρατηρήθηκε μια μείωση (1.14-0.97 %/ημέρα) με την αύξηση του διατροφικού λίπους. Η κατανάλωση της τροφής μειώθηκε (1.58-1.37%) με την αύξηση του διατροφικού λίπους. Τα αποτελέσματα (μορφομετρικά, σύστασης και αύξησης) υποδεικνύουν ότι όλα τα σιτηρέσια ήταν εξίσου αποδοτικά. Στον ΓΕΣ του κρανιού παρατηρήθηκαν 7-10 μέτριου μήκους πυλωρικά τυφλά, στόμαχος σε σχήμα Υ και σχετικά μεγάλο ήπαρ με 2 λοβούς. Το σχετικό μήκος εντέρου ως προς το μήκος ιχθύος (ΣΜΕμ.ι.), βρέθηκε από 58.66% (Κεφ. 3.3) μέχρι 116.09% (Κεφ. 3.2). Η επίδραση των διαφορετικών σιτηρεσίων στο μήκος εντέρου ήταν σημαντική, με μικρότερο ΣΜΕ στο Κεφ. 3.2, στη συνθήκη με το 15% διατροφικό λίπος, ενώ στο Κεφ. 3.3, στη συνθήκη με το 19% (μεσαίο επίπεδο λίπους). Η διακύμανση του ΣΜΕ με την πάροδο του χρόνου μετά το γεύμα δεν ήταν σημαντική. Το σιτηρέσιο με το υψηλότερο λίπος προσέφερε ικανοποιητικό ποσοστό λιπαρών οξέων για τις ανάγκες του κρανιού, μειώνοντας έτσι τη δράση του ενζύμου G6PD της λιπογένεσης. Παράλληλα, η διαφορά στο επίπεδο των διατροφικών υδατανθράκων ανάμεσα στις τρεις συνθήκες, επηρέασε τη λιπογένεση στο επίπεδο του ενζύμου G6PD αλλά όχι του ΜΕ. Τα επίπεδα χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων και ολικών λιπιδίων στο ορό του αίματος στους ιχθύς του Κεφ. 3.2, οι οποίοι είχαν μικρότερο μέγεθος από αυτούς του Κεφ. 3.3 και είχαν σιτιστεί, αυξήθηκαν με την αύξηση του διατροφικού λίπους, ενώ στους νηστικούς ιχθύς του Κεφ. 3.3 δεν επηρεάστηκαν. Η συγκέντρωση της γλυκόζης ήταν μεγαλύτερη στη συνθήκη με το υψηλότερο διατροφικό λίπος - χαμηλότερο διατροφικό άμυλο και στα δύο Κεφάλαια (3.2, 3.3), στα οποία εξετάστηκε το επίπεδο διατροφικού λίπους. H συγκέντρωση του γλυκογόνου στο ήπαρ (11.33 – 8.22%) στο Κεφ. 3.2 ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στη συνθήκη με το 15% διατροφικό λίπος (20% άμυλο) από την συνθήκη με το 24% λίπος (15% άμυλο). Οι τιμές των ολικών λιπιδίων, τριγλυκεριδίων, χοληστερόλης και γλυκόζης αυξήθηκαν μετά τη χορήγηση του γεύματος (Κεφ. 3.2). Η απορρόφηση των λιπιδίων στο 18 και 24% διατροφικό λίπος εμφανίστηκε πιο νωρίς από ότι στο 15% και το μέγεθος της αυξήθηκε με την αύξηση του διατροφικού λίπους. Η επαναφορά στη συγκέντρωση της γλυκόζης μετά το γεύμα στα βασικά επίπεδα, ήταν γρηγορότερη στην ομάδα με το 15% διατροφικό λίπος σε σχέση με το 24%. Όσον αφορά τα Λ.Ο., το συνολικό % των διαφορετικών ομάδων Λ.Ο. στο ήπαρ, δεν παρουσίασε σε όλες τις ομάδες την ίδια τάση με αυτή στα σιτηρέσια. Υψηλότερο % στο ήπαρ είχε το ελαϊκό οξύ - 18:1ω-9 - (30.4 - 33.1%), ακολούθως το παλμιτικό οξύ - 16:0 - (14 – 16.5%) και τρίτο το λινελαϊκό οξύ -18:2ω-6(cis) - (11.60 – 12.9%), ομοίως με τα σιτηρέσια. Η συγκέντρωση των Λ.Ο. στο ήπαρ επηρεάστηκε από το σιτηρέσιο, με κάποια να δείχνουν αύξηση και άλλα μείωση με την αύξηση του λίπους στο σιτηρέσιο. Τα συμπεράσματα της διατριβής δείχνουν ότι η θερμοκρασία και το επίπεδο διατροφικού λίπους επηρεάζουν τις φυσιολογικές διεργασίες του κρανιού, υποδεικνύοντας τη σημασία της προσαρμογής της διατροφής στις συνθήκες εκτροφής, για τη βελτιστοποίηση της εκτροφής του είδους. Καλύτερη αξιοποίηση της τροφής και αύξηση στον κρανιό επιτυγχάνεται σε υψηλές θερμοκρασίες (23 - 27ºC). Σε αυτές τις θερμοκρασίες, η δυνατότητα του κρανιού να αξιοποιεί το διατροφικό λίπος παρέμεινε σταθερή, ανεξαρτήτως επιπέδου από 15-24% ξ.μ, χωρίς να επηρεάζεται η αύξησή του. Σιτηρέσια με 47% ξ.μ (43% ν.μ) πρωτεΐνη σε συνδυασμό με 15-19% ξ,μ (14-18% ν.μ) διατροφικό λίπος είναι ικανοποιητικά για την αύξηση του.
Τεκμήριο
Διαχείριση άρδευσης σε καλλιέργεια ελιάς με τη χρήση μοντέλου
Καλλιώρα, Αγγελική Ε., 2026-09-10. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στην εφαρμογή του υπολογιστικού μοντέλου AquaCrop του FAO για την εκτίμηση και βελτιστοποίηση των υδατικών αναγκών της καλλιέργειας ελιάς στην περιοχή των Μολάων Λακωνίας, με στόχο τη βιώσιμη και αποδοτική διαχείριση της άρδευσης υπό μεσογειακές κλιματικές συνθήκες. Η έρευνα βασίστηκε στη συλλογή και ανάλυση κλιματικών, εδαφικών και καλλιεργητικών δεδομένων μέσω των προγραμμάτων CLIMWAT και CROPWAT, τα οποία αποτέλεσαν την είσοδο για την προσομοίωση στο AquaCrop. Μέσω του μοντέλου αξιολογήθηκαν διαφορετικά σενάρια άρδευσης — πλήρους και ελλειμματικής — προκειμένου να εκτιμηθεί η ανταπόκριση του φυτού, η μεταβολή της εδαφικής υγρασίας και η αποδοτικότητα χρήσης νερού. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ελιά παρουσιάζει υψηλή αντοχή στην υδατική καταπόνηση, διατηρώντας σταθερή παραγωγικότητα ακόμη και με μείωση της άρδευσης έως και 30%, γεγονός που αποδεικνύει τη δυνατότητα εφαρμογής στρατηγικών ελλειμματικής άρδευσης (Deficit Irrigation). Η σύγκριση των σεναρίων ανέδειξε ότι η ορθολογική άρδευση εξασφαλίζει εξοικονόμηση νερού χωρίς απώλειες στην παραγωγή, ενισχύοντας παράλληλα την αποδοτικότητα και τη βιωσιμότητα των υδατικών πόρων. Η μελέτη καταλήγει στη διαπίστωση ότι η ενσωμάτωση του AquaCrop στην αγροτική πρακτική μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό εργαλείο λήψης αποφάσεων για τη βιώσιμη γεωργία, προσφέροντας ένα πρότυπο εφαρμογής για άλλες μεσογειακές καλλιέργειες.
Τεκμήριο
Επίδραση των παραμέτρων καλλιέργειας στην αύξηση του μύκητα Cunninghamella elegans σε υποστρώματα με βάση τη γλυκερόλη
Begka, Mari Noel I., 2026-06-30. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η γλυκερόλη είναι μια ανανεώσιμη πηγή άνθρακα η οποία παράγεται σε διεθνές επίπεδο με διαρκώς αυξανόμενους ρυθμούς ως το κύριο υποπροϊόν των βιομηχανιών παραγωγής. Η γλυκερόλη (καθαρότητας ≥90% w/w.) δύναται να χρησιμοποιηθεί ως μόνη πηγή άνθρακα από στελέχη Ζυγομυκήτων, προκειμένου να παραχθεί μυκηλιακή μάζα η οποία περιέχει σε ποικίλες συγκεντρώσεις λιπίδια, και ιδιαίτερα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα υψηλής διατροφαρμακευτικής αξίας ενώ περιέχουν και το πολυακόρεστο λιπαρό οξύ γ-λινολενικό (GLA – Δ6,9,12C18:3) σε διάφορες συγκεντρώσεις. Σκοπός της παρούσας μελέτης συνιστά η διερεύνηση της επίδρασης της αρχικής συγκέντρωσης γλυκερόλης στην παραγωγή μυκηλιακής βιομάζας, την σύνθεση λιπιδίων και την περιεκτικότητα των λιπιδίων αυτών σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, ιδιαίτερα του γ-λινολενικού οξέος (GLA), κατά την καλλιέργεια του μύκητα Cunninghamella elegans NRRL-1393 σε υπόστρωμα με γλυκερόλη ως κύρια πηγή άνθρακα. Σε όλες τις καλλιέργειες επικρατούν συνθήκες πενίας αζώτου. Αρχικά, χρησιμοποιήθηκαν υποστρώματα με τρεις διαφορετικές αρχικές συγκεντρώσεις γλυκερόλης (S0 =30, 60, 90 g/L). Η υψηλότερη παραγωγή βιομάζας (DWmax = 12,62 g/L) και λιπιδίων (TL = 7,98 g/L) παρατηρήθηκαν σε υπόστρωμα με S0 = 60 g/L. Στην ίδια συνθήκη. Στην ίδια συνθήκη, σημειώθηκε και η μέγιστη περιεκτικότητα σε GLA (4,55% w/w), στις 48h καλλιέργειας. Η μέγιστη συγκέντρωση των PUFAs ανέρχεται σε 1.777 mg/L και του GLA σε 235,76 mg/L στο πέρας της καλλιέργειας (648h) στις ίδιες συνθήκες. Τέλος, υπολογίζεται ο μέγιστος ειδικός ρυθμός αύξησης μmax, μέσω της γραφικής παράστασης της κινητικής αύξησης του μικροοργανισμού.
Τεκμήριο
Proteomic and functional characterization of cellular responses underlying RocaglamideA insecticidal activity in Trichoplusia ni Hi5 cells
Xyderos Malefakis, Nikolaos V., 2026-05-01. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Rocaglamide A (RocA) is a potent inhibitor of the eukaryotic translation initiation factor eIF4A, a naturally occurring secondary metabolite produced by plants of the Aglaia genus, selectively suppresses the translation of mRNAs containing polypurine-rich motifs. In this study, the molecular mechanisms underlying the response of Trichoplusia ni Hi5 cells to RocA were investigated using quantitative proteomics, bioinformatic analyses, RNA interference, subcellular localization studies, and functional reporter assays. Proteomic analysis revealed extensive remodeling of the cellular proteome following 100 nM RocA treatment, characterized by the downregulation of nuclear regulatory proteins, cell-cycle-associated factors, developmental regulators, and components involved in gene expression control. In contrast, proteins associated with mitochondrial metabolism, carbon and fatty acid metabolism, and cytoplasmic processes were predominantly upregulated, suggesting activation of compensatory stress-adaptation mechanisms. Motif analysis demonstrated that transcripts encoding downregulated proteins were enriched in polypurine-rich sequences within their 5′UTRs, consistent with the established mechanism of eIF4A clamping by RocA. Network and enrichment analyses further indicated defects in ribosome biogenesis and RNA metabolism. Comparative analysis identified substantial overlap between RocA-responsive proteins and those affected by prohibitin-1 (PHBT1) silencing, implicating prohibitins in translational regulation and stress adaptation. PHBT1 was found to localize primarily to mitochondria, while RocA treatment induced marked relocalization of PHBT1, Flotillin-1 (Flot1), and ATP-Binding Cassette-H2 (ABCH2), indicating extensive reorganization of membrane-associated compartments. Functional assays demonstrated that PHBT1 depletion reduced cell viability, whereas PHBT1 overexpression enhanced RocA-induced IRES-mediated translation. Collectively, these findings reveal that RocA induces a coordinated cellular stress response involving selective translational inhibition, membrane remodeling, mitochondrial adaptation, and prohibitin-associated pathways, providing new insights into its insecticidal potential and its possible use as a synergist to enhance the efficacy of insect pest management strategies.
Τεκμήριο
Επιχειρηματικό σχέδιο θερμοκηπίου υψηλής τεχνολογίας με ενσωμάτωση αγροβολταϊκών: ανάλυση παραμετρικών σεναρίων και οικονομική αξιολόγηση
Παυλής, Ανδρέας Δ., 2026-08-07. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η παρούσα έρευνα εξετάζει τη σκοπιμότητα της ενσωμάτωσης αγροβολταϊκών συστημάτων σε θερμοκήπια υψηλής τεχνολογίας, εστιάζοντας στην πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ παραγωγής ενέργειας και αγροτικής παραγωγής. Σκοπός της εργασίας είναι η εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου επιχειρηματικού σχεδίου για μια υδροπονική μονάδα τομάτας 10 στρεμμάτων στην Αργολίδα και η αξιολόγηση της οικονομικής βιωσιμότητας μέσω παραμετρικής ανάλυσης σεναρίων. Η μεθοδολογία βασίζεται στην ανάπτυξη ενός δυναμικού μοντέλου προσομοίωσης πέντε παραμετρικών σεναρίων (Α έως Ε), τα οποία διαφοροποιούνται ως προς την εγκατεστημένη ισχύ του φωτοβολταϊκού συστήματος (0 έως 1 MW) και την παρουσία μπαταρίας. Το μοντέλο ενσωματώνει την τεχνική διαστασιολόγηση ενός υβριδικού ενεργειακού συστήματος (αβαθής γεωθερμία και λέβητας υγραερίου με ανθρακολίπανση), έναν πρωτότυπο αλγόριθμο εκτίμησης της επίδρασης της σκίασης στην αγροτική απόδοση και χωρική ανάλυση ηλιακού δυναμικού με Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (GIS). Η χρηματοοικονομική αξιολόγηση πραγματοποιείται με τους δείκτες Καθαρής Παρούσας Αξίας (NPV) και Εσωτερικού Βαθμού Απόδοσης (IRR) υπό διαφορετικά σενάρια χρηματοδότησης (ίδια κεφάλαια, επιχορήγηση, δανεισμός), ενώ η ανθεκτικότητα της επένδυσης ελέγχεται μέσω ανάλυσης ευαισθησίας. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι το σύνολο των εξεταζόμενων σεναρίων είναι επενδυτικά βιώσιμο (NPV > 0, IRR ≥ 12%), λόγω της ισχυρής εγγενούς κερδοφορίας της υδροπονικής καλλιέργειας. Το συμβατικό θερμοκήπιο χωρίς φωτοβολταϊκά (Σενάριο Α) εξασφαλίζει τη μέγιστη απόλυτη κερδοφορία (NPV = 3,02 εκατ. €, IRR = 31%), επιβεβαιώνοντας το εξαιρετικά υψηλό κόστος ευκαιρίας της γεωργικής γης. Ωστόσο, το Σενάριο Β (200 kWp) αναδεικνύεται ως η βέλτιστη επιλογή από πλευράς κανονιστικής και εισοδηματικής βεβαιότητας (NPV = 2,73 εκατ. €, IRR = 25%), καθώς το σταθερό καθεστώς του Ν. 5261/2025 (65 €/MWh) εξαλείφει τη μεταβλητότητα των εσόδων από την πώληση ενέργειας· η μονάδα ωστόσο εξακολουθεί να προμηθεύεται το σύνολο της κατανάλωσής της από το δίκτυο και παραμένει εκτεθειμένη στην τιμή αγοράς ρεύματος. Η προσθήκη μπαταρίας (Σενάριο Δ) είναι οικονομικά συμφέρουσα ακόμη και με ίδια κεφάλαια (IRR 18%, NPV 2,27 εκατ. €), ενώ θωρακίζει πλήρως τη μονάδα απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Η ανάλυση ευαισθησίας αποδεικνύει ότι η παρουσία συσσωρευτών εκμηδενίζει την ευπάθεια στις τιμές ενέργειας, αφήνοντας την τιμή πώλησης της τομάτας ως τον μοναδικό κυρίαρχο παράγοντα κινδύνου. Τέλος, η εισαγωγή χρηματοδοτικής μόχλευσης μέσω των διαθέσιμων ενισχύσεων (Πρόγραμμα ΚΑΠ Π3-73-2.9 και Αναπτυξιακός Νόμος) και του τραπεζικού δανεισμού μεταμορφώνει ριζικά το σύνολο των επενδυτικών σεναρίων, καθώς η δραστική μείωση της αρχικής εισφοράς ιδίων κεφαλαίων αυξάνει σημαντικά τους δείκτες εσωτερικής απόδοσης (IRR) σε όλα τα σενάρια.