Ψηφιακό Αποθετήριο Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
| Digital Repository of Agricultural University of Athens
Κοινότητες στο Ιδρυματικό Αποθετήριο
Επιλέξτε μια κοινότητα για να περιηγηθείτε στις συλλογές της.
- Το 1995 το Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών μετονομάζεται σε Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΓΠΑ) με το Π.Δ. 226/1995, ενώ το 1997 η παλιά βιβλιοθήκη μεταφέρεται σε σύγχρονο κτίριο και λειτουργεί με καινούργιο εξοπλισμό, νέες υπηρεσίες και ειδικευμένο προσωπικό. Το 2019 σε μία λιτή τελετή, οι Πρυτανικές αρχές του Ιδρύματος αναγνωρίζοντας το έργο που έχει προσφέρει στο Πανεπιστήμιο ο Ομότιμος Καθηγητής Αλέξανδρος Πουλοβασίλης, μετονομάζουν τον χώρο σε Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης "Αλέξανδρος Πουλοβασίλης".
- Το 1989 με το Π.Δ. 377/1989, η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών (Α.Γ.Σ.Α.) μετεξελίσσεται σε Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αποτελούμενο από επτά ανεξάρτητα Ακαδημαϊκά Τμήματα. Παράλληλα, αρχίζει η αναβάθμιση της Βιβλιοθήκης και προσλαμβάνεται προσωπικό. Το υλικό της εμπλουτίζεται με νέα βιβλία, ταξινομείται σε γενικές κατηγορίες και παρέχονται οι πρώτες υπηρεσίες της προς τους χρήστες.
- Ιδρύθηκε με τον νόμο 1844/1920, ως αυτοτελές Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα με την επωνυμία Ανωτέρα Γεωπονική Σχολή Αθηνών (ΑΓΣΑ) και λίγο αργότερα, με τον νόμο 3894/1929, η σχολή μετονομάζεται από Ανωτέρα σε Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, ονομασία που διατηρήθηκε έως το 1989. Η Βιβλιοθήκη της ΑΓΣΑ ιδρύεται με το Β.Δ. της 13ης Μαΐου 1945 «Περί των δημοσιευμάτων και της Βιβλιοθήκης της Α.Γ.Σ.Α.». Λειτούργησε πολλά χρόνια αποκλειστικά ως φοιτητικό αναγνωστήριο με περιορισμένο υλικό από συγγράμματα καθηγητών ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων.
Πρόσφατες Υποβολές
Επίδραση της προσθήκης οινολογικών ταννινών κατά τη μηλογαλακτική ζύμωση στα φυσικοχημικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά οίνων της ποικιλίας Αγιωργίτικο
Πιπέρη, Στέλλα Δ., 2026-05-10. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η μηλογαλακτική ζύμωση αποτελεί μια διαδικασία άρρηκτα συνδεδεμένη με τους ερυθρούς οίνους, συνεπώς και με τους οίνους από την ποικιλία Αγιωργίτικο. Ωστόσο, πέρα από τα οφέλη που παρέχει στην φαινολική δομή και τον οργανοληπτικό χαρακτήρα των οίνων, συνδέεται και με την μείωση της έντασης του χρώματος. Η παρούσα εργασία διερευνά την επίδραση της μηλογαλακτικής ζύμωσης (ΜΓΖ) και της προσθήκης διαφορετικών τύπων οινολογικών ταννινών στα φαινολικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του οίνου από την ποικιλία Αγιωργίτικο. Πραγματοποιήθηκαν μικροοινοποιήσεις με ελεγχόμενη εφαρμογή ΜΓΖ και προσθήκη ταννινών φλοιού, γιγάρτων και ξύλου (ελλαγικές). Οι αναλύσεις περιλάμβαναν μηλικό και γαλακτικό οξύ, ένταση και απόχρωση χρώματος, φαινολικό φορτίο (ΤΑΝ-BSA, TAN-MCP, A280nm), καθώς και οργανοληπτική αξιολόγηση. Τα αποτελέσματα έδειξαν, ότι ο οίνος που πραγματοποίησε ΜΓΖ χωρίς προσθήκη ταννινών έχει την μεγαλύτερη απώλεια χρώματος, μικρότερη ένταση και πολυπλοκότητα αρωμάτων και μικρότερη δομή, συγκριτικά με τους οίνους στους οποίους είχαν γίνει προσθήκες ταννινών. Συγκεκριμένα, η προσθήκη ελλαγικών ταννινών σε συνδυασμό με τη ΜΓΖ, βελτιώνει τη δομή και τη σταθερότητα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει το αρωματικό προφίλ και την χρωματική ένταση του οίνου. Αντιθέτως, οι ταννίνες γιγάρτων ενισχύουν κυρίως τη στυπτικότητα. Συμπερασματικά, η μελέτη υποδεικνύει τη δυνατότητα στοχευμένης χρήσης οινολογικών ταννινών για την αναβάθμιση της ποιότητας του Αγιωργίτικου, με σημαντικές προοπτικές για την ελληνική οινοπαραγωγή.
Μελέτη εκχυλισμάτων γαϊδουράγκαθου (Carduus marianum L., Milk thistle) με φασματομετρία μαζών και εκτίμηση της αντιοξειδωτικής τους δράσης
Τριάντη, Νίκη Θ., 2026-09-30. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Το γαϊδουράγκαθο (Silybum marianum (L.) Gaertn. ή Carduus marianus L., είναι ένα ιθαγενές φυτό της λεκάνης της Μεσογείου, που ανήκει στην οικογένεια Asteraceae. Το κύριο δραστικό συστατικό του είναι η σιλυμαρίνη, γνωστή για την ισχυρή ηπατοπροστατευτική, αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση της. Τα συμπληρώματα διατροφής με εκχύλισμα των σπόρων του βρίσκονται ανάμεσα στα πιο δημοφιλή φυτικά προϊόντα για την υποστήριξη της ηπατικής λειτουργίας, την αποτοξίνωση από αλκοόλ/φάρμακα και την αναγέννηση των ηπατικών κυττάρων. Από την άλλη πλευρά, τα λιπαρά οξέα είναι σημαντικά για την ανθρώπινη υγεία και εμπλέκονται στην ανάπτυξη χρόνιων παθήσεων, όπως είναι τα καρδειαγγειακά νοσήματα, η παχυσαρκία και ο καρκίνος. Τα ελεύθερα λιπαρά οξέα προσδένονται σε μια σειρά επιφανειακών κυτταρικών υποδοχέων και εκδηλώνουν ποικίλες δράσεις. Στην παρούσα εργασία επιλέχθηκαν σπόροι, συμπληρώματα διατροφής, χυμοί και λάδι γαϊδουράγκαθου που κυκλοφορούν στην ελληνική αγορά καθώς και σπόροι αυτοφυών φυτών. Μελετήθηκαν η σιλυμπίνη Α, η σιλυμπίνη Β καθώς και οι λοιπές περιεχόμενες φαινολικές και φλαβονοειδείς ενώσεις με υγρή χρωματογραφία υψηλής απόδοσης και υγρή χρωματογραφία συζευγμένη με φασματομετρία μαζών. Η σιλυμπίνη Β περιέχεται σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα από την σιλυμπίνη Α. Επιβεβαιώθηκε η παρουσία της σιλυχριστίνης Α και Β, της ισοσυλιμπίνης Α και Β, της σιλυδιανίνης και της ταξιφολίνης. Όσο αφορά τις λοιπές φαινολικές και φλαβονοειδείς ενώσεις, η ανάλυση έδειξε ότι το χλωρογενικό οξύ ήταν παρόν σε όλα τα είδη των σπόρων του γαϊδουράγκαθου. Η καμφερόλη, η κερκετίνη και η λουτεολίνη βρέθηκαν στους σπόρους Silybum marianum. Για τη μελέτη των λιπαρών οξέων εφαρμόστηκε λιπιδομική ανάλυση σε συνδυασμό με τη φασματομετρία μαζών και πιο συγκεκριμένα, εφαρμόστηκε η υγρή χρωματογραφία συζευγμένη με φασματομετρία μαζών υψηλής διακριτικής ικανότητας για τη μελέτη των ελεύθερων λιπαρών οξέων και η αέρια χρωματογραφία συζευγμένη με φασματομετρία μαζών για τον προσδιορισμό των ολικών λιπαρών οξέων. Τα κύρια κορεσμένα λιπαρά οξέα, ήταν το FA16:0 και FA18:0 και από τα ακόρεστα λιπαρά οξέα, το FA18:2 και το μονοακόρεστο FA18:1 παρατηρήθηκαν σε όλα τα δείγματα, εκτός από τους χυμούς. Οι χυμοί περιείχαν μόνο τα κορεσμένα λιπαρά οξέα FA16:0 και FA18:0. Τα ελεύθερα λιπαρά οξέα μελετήθηκαν με υγρή χρωματογραφία-φασματομετρία μαζών υψηλής διακριτικής ικανότητας (LC-HRMS) και τέσσερα οξέα βρέθηκαν επίσης να πρωταγωνιστούν, τα κορεσμένα FA16:0 και FA18:0 και τα ακόρεστα λιπαρά οξέα FA18:2 και FA18:1. Η αντιοξειδωτική δράση των σπόρων και των συμπληρωμάτων διατροφής μελετήθηκε με τη δοκιμή DPPH και με τη δοκιμή ABTS. Οι δύο δοκιμές επιβεβαίωσαν την ισχυρή ικανότητα δέσμευσης ελευθέρων ριζών από τα εξεταζόμενα δείγματα. Τα εκχυλίσματα των σπόρων του αυτοφυούς ξηρού φυτού Carlina Carymbosa έδειξαν την ισχυρότερη αντιοξειδωτική δράση. Ακολουθούσαν τα εκχυλίσματα από τους σπόρους του φυτού Silybum marianum. Τη μικρότερη αντιοξειδωτική ικανότητα έδειξαν τα εκχυλίσματα των σπόρων του αυτοφυούς φυτού Cirsium Horridulum και του καλλιεργούμενου Silybum marianum. Η ποσοτική αξιολόγηση του ολικού φαινολικού περιεχομένου στα εξεταζόμενα δείγματα έγινε με τη μέθοδο Folin-Ciocalteu και έδειξε μια έντονη διαφοροποίηση στην αντιοξειδωτική δυναμική. Μεγάλη υπεροχή παρουσίασε το συμπλήρωμα διατροφής από τους σπόρους του φυτού Silybum marianum, ακολουθούμενο από το εκχύλισμα σπόρων Silybum marianum & Αγκινάρα. Ο προσδιορισμός των ολικών φλαβονοειδών (TFC) με το αντιδραστήριο AlCl3 κατέδειξε διακύμανση των συγκεντρώσεων. Η μέγιστη περιεκτικότητα καταγράφηκε στο δείγμα Carlina carymbosa, ενώ ακολουθούν οι σπόροι καλλιεργούμενου Silybum marianum. Οι χαμηλότερες τιμές παρατηρήθηκαν στα σκευάσματα συμπληρωμάτων διατροφής και στο Cirsium Horridulum. Τα εκχυλίσματα των σπόρων του εμπορίου και των αυτοφυών φυτών που μελετήθηκαν με αναλυτή Microtox ήταν τοξικά. Οι σπόροι του αυτοφυούς φυτού Cirsium Horridulum έδωσαν την υψηλότερη τοξικότητα και μικρότερη τοξικότητα τα συμπληρώματα διατροφής.
Κατεργασία ερυθρών οίνων με στόχο την καλύτερη αποδοχή τους από τους καταναλωτές
Μουργελά, Καλλιόπη Ι., 2026-06-30. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η βελτίωση των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών και της συνολικής αποδοχής των ερυθρών οίνων από τους καταναλωτές αποτελεί σημαντικό αντικείμενο της σύγχρονης οινολογίας, ιδιαίτερα για γηγενείς ποικιλίες με ιδιαίτερο οινολογικό ενδιαφέρον. Σκοπός, της παρούσας εργασίας ήταν η διερεύνηση της επίδρασης διαφορετικών οινολογικών επεμβάσεων στα φυσικοχημικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά ερυθρών οίνων της ποικιλίας Αυγουστιάτης, με στόχο τη βελτίωση της αισθητηριακής τους συμπεριφοράς και της καταναλωτικής τους αποδοχής. Η μελέτη περιέλαβε βασικές φυσικοχημικές αναλύσεις, προσδιορισμό χρωματικών και φαινολικών παραμέτρων, καθώς και αξιολόγηση των επιδράσεων διαφορετικών τεχνολογικών χειρισμών, όπως η αύξηση της αλκοόλης, η μείωση της οξύτητας και η προσθήκη εξειδικευμένων οινολογικών προϊόντων. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε οργανοληπτική αξιολόγηση από εκπαιδευμένο πάνελ, καθώς και δοκιμή αποδοχής από καταναλωτές, με σκοπό την αποτύπωση των διαφορών που προέκυψαν στα επιμέρους δείγματα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι εφαρμοζόμενες επεμβάσεις επηρέασαν σε διαφορετικό βαθμό τα χρωματικά, φαινολικά και οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των οίνων, χωρίς να διαταράσσουν τη συνολική τους ισορροπία. Παράλληλα, παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις ως προς την αντίληψη της στυπτικότητας, της οξύτητας, του όγκου στο στόμα και της συνολικής αρωματικής και γευστικής έντασης, οι οποίες επηρέασαν την προτίμηση των καταναλωτών. Συμπερασματικά, η εργασία αναδεικνύει τη σημασία των στοχευμένων οινολογικών παρεμβάσεων στη διαμόρφωση ερυθρών οίνων με βελτιωμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά και αυξημένη καταναλωτική αποδοχή, υπογραμμίζοντας παράλληλα το σημαντικό οινοποιητικό δυναμικό της ποικιλίας Αυγουστιάτης.
Οικονομική ανάλυση και κοινωνική αποδοχή του αλιευτικού τουρισμού στην Αμφιλοχία
Μπαρλίκα, Ειρήνη Σ., 2026-09-29. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η παρούσα διπλωματική εργασία με τίτλο Οικονομική ανάλυση και Κοινωνική αποδοχή του Αλιευτικού Τουρισμού στην Αμφιλοχία διεξήχθη στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού με τίτλο Επιχειρηματικότητα και συμβουλευτική στην αγροτική ανάπτυξη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η εργασία αυτή, εξετάζει το φαινόμενο του αλιευτικού τουρισμού στην περιοχή της Αμφιλοχίας. Σε αρχικό στάδιο, γίνεται μια σύντομη αναφορά σε τομείς που αναφέροντα μέσα στην εργασία – τον Αμβρακικό κόλπο, την Αμφιλοχία, την Αλιεία και τον Τουρισμό. Στην συνέχεια πραγματοποιήθηκε μια εκτενής ανάλυση τόσο του προφίλ του αλιευτικού τομέα, όσο και του Τουρισμού. Συγκεκριμένα, αναλύθηκαν τα χαρακτηριστικά του κλάδου της αλιείας, των ψαράδων αλλά και το μέλλον και οι προοπτικές του κλάδου. Αντίστοιχα, έγινε ανάλυση και για τον τουρισμό. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η έρευνα έγινε σε Διεθνές, Ευρωπαϊκό, Εθνικό και Τοπικό (Αμφιλοχία) επίπεδο. Όσον αφορά, την οικονομική ανάλυση της Αμφιλοχίας, αυτή έγινε κυρίως μέσω της χρήσης ερωτηματολογίων στους κατοίκους και τους αλιείς της περιοχής. Συγκεκριμένα, έγινε ανάλυση της οικονομικής κατάστασης των κατοίκων, των αλιέων και του τουρισμού της Αμφιλοχίας, ώστε να γίνει αντιληπτό αν θα μπορούσε να στηριχθεί ο αλιευτικός τουρισμός στην Αμφιλοχία. Στη συνέχεια της εργασίας, αναλύθηκε ο αλιευτικός τουρισμός στην Αμφιλοχία. Αρχικά, έγινε αναφορά της έννοιας του Αλιευτικού τουρισμού, ενώ απαντήθηκε το ερώτημα γιατί για γίνει στην Αμφιλοχία. Επίσης, έγινε λόγος για τα χαρακτηριστικά του Αλιευτικού τουρισμού στην Αμφιλοχία – τα οικονομικά και τα τεχνικά. Eπιπρόσθετα, αναφέρονται τα οφέλη του Αλιευτικού τουρισμού, κυρίως τα οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά οφέλη. Στο τέλος αυτού του κεφαλαίου, παραπέμπονται οι προκλήσεις και οι περιορισμού εφαρμογής, αλλά και οι προτάσεις πολιτικής και στρατηγικές ανάπτυξης του αλιευτικού τουρισμού. Κλείνοντας, στην εργασία γίνεται λόγος για την κοινωνική αποδοχή του αλιευτικού τουρισμού στην Αμφιλοχία. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται η αντίληψη του αλιευτικού τουρισμού από τους κατοίκους και τους αλιείς, ποια είναι η αποδοχή τους αλλά και ποια είναι η επενδυτική δραστηριότητα που θα μπορούσε να προκύψει. Τέλος, αναφέρονται τα συμπεράσματα από την έρευνα που έγινε, και συγκεκριμένα, απαντώνται ερωτήματα, όπως αν θα μπορούσε να αναπτυχθεί ο αλιευτικός τουρισμός στην Αμφιλοχία – άποψη από αποδοχής των κατοίκων αλλά και οικονομικής πλευράς- και αν θα τον στήριζαν.
Διατοπική / περιβαλλοντική αξιολόγηση γενοτύπων βυνοποιήσιμου κριθαριού (Hordeum vulgare L.) ως προς τα αγρονομικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους και βελτιστοποίηση των πρακτικών που επηρεάζουν τα χαρακτηριστικά βυνοποίησης
Λουκάκης, Λουκάς Ορφέας A., 2026-09-01. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η παραγωγή βυνοποιήσιμου κριθαριού υψηλής ποιότητας υπό μεσογειακές συνθήκες επηρεάζεται έντονα από την αλληλεπίδραση γενοτύπου, περιβάλλοντος και καλλιεργητικών πρακτικών. Η κλιματική μεταβλητότητα, η στρατηγική θρέψης, η αμειψισπορά και η εδαφοκατεργασία διαμορφώνουν την απόδοση, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της καλλιέργειας. Σκοπός της παρούσας διατριβής ήταν η ολοκληρωμένη αξιολόγηση του βυνοποιήσιμου κριθαριού υπό μεσογειακές συνθήκες, με έμφαση στην αλληλεπίδραση γενοτύπου × περιβάλλοντος, στη στρατηγική αζωτούχου λίπανσης με ή χωρίς βιοδιεγέρτη, στην προηγούμενη καλλιέργεια και στα συστήματα εδαφοκατεργασίας, ως προς τα αγρονομικά, ποσοτικά, ποιοτικά χαρακτηριστικά και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Στο πρώτο πειραματικό σκέλος αξιολογήθηκαν επτά γενότυποι βυνοποιήσιμου κριθαριού (G20, G22A, G29A, G45, G59A, G62 και G67B) και μία εμπορική ποικιλία-μάρτυρας (Control) σε εννέα διακριτά περιβάλλοντα (Π1–Π9), τα οποία αντιπροσώπευαν διαφορετικούς συνδυασμούς τοποθεσίας και καλλιεργητικής περιόδου στην κεντρική και νότια Ελλάδα. Τα περιβάλλοντα εγκαταστάθηκαν στις περιοχές Αλίαρτου, Χαιρώνειας, Αλμυρού, Φαρσάλων και στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ ως ποικιλίες-μάρτυρες χρησιμοποιήθηκαν η Zhana (Π1–Π3) και η Fortuna (Π4–Π9). Η αξιολόγηση της επίδοσης, της σταθερότητας και της προσαρμοστικότητας των γενοτύπων πραγματοποιήθηκε με συνδυασμένη ανάλυση διακύμανσης (ANOVA), ανάλυση AMMI, ανάλυση κύριων συνιστωσών (PCA) και ανάλυση συσχετίσεων. Η ανάλυση διακύμανσης έδειξε ότι ο γενότυπος, το περιβάλλον και η αλληλεπίδρασή τους επηρέασαν σημαντικά όλα τα χαρακτηριστικά. Ο G45 παρουσίασε τη μεγαλύτερη μέση απόδοση (5,88 tn/ha), το υψηλότερο βάρος στάχεων και δείκτη συγκομιδής. Το Control ακολούθησε με υψηλή απόδοση και τον μεγαλύτερο αριθμό στάχεων, ενώ ο G20 υπερείχε σε βάρος χιλίων κόκκων και παρουσίασε υψηλά ποσοστά μεγάλων κόκκων. Ο G22A εμφάνισε υψηλή σταθερότητα, ενώ οι G67B και G22A είχαν τις υψηλότερες τιμές πρωτεΐνης. Η ανάλυση AMMI έδειξε ότι οι G45 και Control, αν και παραγωγικοί, είχαν μικρότερη σταθερότητα, ενώ ο G20 συνδύασε υψηλή απόδοση με σχετική σταθερότητα και ο G22A αναδείχθηκε ως ο σταθερότερος για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Το Π4 ήταν το πλέον περιοριστικό περιβάλλον, ενώ τα Π1 και Π3 ευνόησαν την απόδοση και τα Π6 και Π9 το μέγεθος κόκκου. Η PCA και οι συσχετίσεις ανέδειξαν την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ απόδοσης και ποιότητας, με αρνητική σχέση μεγέθους κόκκου–πρωτεΐνης και θετική σχέση της απόδοσης με τον αριθμό στάχεων και τον δείκτη συγκομιδής. Στο δεύτερο πειραματικό σκέλος διερευνήθηκε η επίδραση του περιβάλλοντος, του γενοτύπου και των στρατηγικών επιφανειακής αζωτούχου λίπανσης, με ή χωρίς την προσθήκη βιοδιεγέρτη. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε τέσσερα περιβάλλοντα (Π1–Π4), τα οποία προέκυψαν από τον συνδυασμό δύο τοποθεσιών της Θεσσαλίας (Φάρσαλα και Αλμυρός) και δύο καλλιεργητικών περιόδων (2022–2023 και 2023–2024). Αξιολογήθηκαν τρεις γενότυποι βυνοποιήσιμου κριθαριού (G20, G45 και G62) και η εμπορική ποικιλία Fortuna υπό πέντε μεταχειρίσεις επιφανειακής λίπανσης: (i) κοινή ουρία με θείο (U), (ii) κοινή ουρία με θείο και βιοδιεγέρτη (U+B), (iii) ουρία με αναστολέα ουρεάσης (UI), (iv) ουρία με αναστολέα ουρεάσης και βιοδιεγέρτη (UI+B) και (v) μάρτυρας χωρίς επιφανειακή λίπανση (C). Ο βιοδιεγέρτης φυτικής προέλευσης βασίστηκε σε εκχύλισμα φυκών Ascophyllum nodosum. Στην ποικιλία Fortuna και στον G45 εφαρμόστηκε στο τέλος του αδελφώματος (Zadoks 24) και η επιφανειακή λίπανση στην έναρξη της επιμήκυνσης του στελέχους (Zadoks 30), ενώ στους G20 και G62 ο βιοδιεγέρτης εφαρμόστηκε στο Zadoks 30 και η λίπανση στο Zadoks 32/33. Η ανάλυση έδειξε ότι όλοι οι παράγοντες και οι αλληλεπιδράσεις τους επηρέασαν σημαντικά τα χαρακτηριστικά. Τα Π1 και Π3 ήταν τα πλέον παραγωγικά περιβάλλοντα, ενώ το Π4 το πιο περιοριστικό. Ο G45 είχε τη μεγαλύτερη απόδοση και δείκτη συγκομιδής, ενώ ο G20 ξεχώρισε για τη βιομάζα και την ποιότητα κόκκου. Οι μεταχειρίσεις με βιοδιεγέρτη, ιδιαίτερα η UI+B, βελτίωσαν σημαντικά την απόδοση και την ποιότητα, ενώ η U+B ενίσχυσε κυρίως τη βιομάζα. Η PCA επιβεβαίωσε τον διαχωρισμό περιβαλλόντων και μεταχειρίσεων, με την UI+B να σχετίζεται με τα αποδοτικά χαρακτηριστικά. Τα παραγωγικά περιβάλλοντα εμφάνισαν χαμηλότερο ανθρακικό αποτύπωμα ανά μονάδα προϊόντος, ενώ οι UI και UI+B παρουσίασαν την υψηλότερη περιβαλλοντική αποδοτικότητα. Συνολικά, ο G45 ήταν ο πιο παραγωγικός, ο G20 ο πιο ποιοτικός και η UI+B το αποτελεσματικότερο σχέδιο θρέψης. Στο τρίτο πειραματικό σκέλος εξετάστηκε η επίδραση της προηγούμενης καλλιέργειας, του γενοτύπου και της λίπανσης με ή χωρίς βιοδιεγέρτη. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε το 2024–2025 σε δύο περιοχές της Θεσσαλίας, χωρίς σημαντική επίδραση της περιοχής. Αντίθετα, η προηγούμενη καλλιέργεια, ο γενότυπος και η μεταχείριση επηρέασαν σημαντικά τα περισσότερα χαρακτηριστικά. Η αμειψισπορά με ψυχανθή αύξησε τη βιομάζα, την απόδοση και τον αριθμό στάχεων, ενώ η καλλιέργεια μετά από σιτηρά βελτίωσε την πληρότητα των κόκκων. Ο G45 παρουσίασε την υψηλότερη απόδοση και δείκτη συγκομιδής, ενώ ο G20 τη μεγαλύτερη βιομάζα, βάρος κόκκων, καλύτερη κοκκομετρική σύσταση και υψηλότερη πρωτεΐνη (εντός ορίων). Οι μεταχειρίσεις UI και ιδιαίτερα η UI+B βελτίωσαν σημαντικά όλα τα χαρακτηριστικά έναντι του μάρτυρα, με την UI+B να υπερέχει στην κοκκομετρία. Συνολικά, η λίπανση αποτέλεσε τον σημαντικότερο παράγοντα παραγωγικότητας, ενώ η αμειψισπορά και ο γενότυπος επηρέασαν την ισορροπία απόδοσης–ποιότητας. Στο τέταρτο πειραματικό σκέλος αξιολογήθηκαν πέντε συστήματα εδαφοκατεργασίας (CP, CT, DH, NT1, NT2). Το έτος επηρέασε σημαντικά τα χαρακτηριστικά, με το 2025 να ευνοεί την απόδοση και το 2024 την ποιότητα. Η συμβατική κατεργασία (CT) έδωσε τη μεγαλύτερη απόδοση και βιομάζα, ενώ τα συστήματα ακατεργασίας εμφάνισαν ελαφρώς χαμηλότερες αποδόσεις αλλά μεγαλύτερο βάρος κόκκων, καλύτερη κοκκομετρία και αποδεκτή πρωτεΐνη. Από περιβαλλοντικής πλευράς, η CT είχε το μεγαλύτερο αποτύπωμα άνθρακα, ενώ τα συστήματα ακατεργασίας το μείωσαν σημαντικά, με το NT2 να παρουσιάζει τις χαμηλότερες εκπομπές και το μικρότερο αποτύπωμα άνθρακα ανά μονάδα προϊόντος, αποτελώντας την πιο ισορροπημένη επιλογή. Συνοψίζοντας, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η βελτιστοποίηση της παραγωγής βυνοποιήσιμου κριθαριού απαιτεί πολυκριτηριακή προσέγγιση που συνδυάζει απόδοση, ποιότητα, σταθερότητα και περιβαλλοντική αποδοτικότητα. Ο G45 αναδείχθηκε ως υψηλού παραγωγικού δυναμικού, ο G20 ως ανώτερος ως προς την ποιότητα κόκκου και ο G22A ως ιδιαίτερα σταθερός. Η UI+B, ιδίως σε πρώιμα στάδια, ήταν η αποτελεσματικότερη στρατηγική λίπανσης, ενώ τα συστήματα ακατεργασίας και ιδιαίτερα το NT2 προσέφεραν την καλύτερη συνολική ισορροπία. Συνεπώς, η επιλογή γενοτύπου, η στοχευμένη λίπανση, η αμειψισπορά και η συντηρητική εδαφοκατεργασία αποτελούν βασικά εργαλεία για βιώσιμη παραγωγή βυνοποιήσιμου κριθαριού.
