Ψηφιακό Αποθετήριο Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
| Digital Repository of Agricultural University of Athens
Κοινότητες στο Ιδρυματικό Αποθετήριο
Επιλέξτε μια κοινότητα για να περιηγηθείτε στις συλλογές της.
- Το 1995 το Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών μετονομάζεται σε Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΓΠΑ) με το Π.Δ. 226/1995, ενώ το 1997 η παλιά βιβλιοθήκη μεταφέρεται σε σύγχρονο κτίριο και λειτουργεί με καινούργιο εξοπλισμό, νέες υπηρεσίες και ειδικευμένο προσωπικό. Το 2019 σε μία λιτή τελετή, οι Πρυτανικές αρχές του Ιδρύματος αναγνωρίζοντας το έργο που έχει προσφέρει στο Πανεπιστήμιο ο Ομότιμος Καθηγητής Αλέξανδρος Πουλοβασίλης, μετονομάζουν τον χώρο σε Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης "Αλέξανδρος Πουλοβασίλης".
- Το 1989 με το Π.Δ. 377/1989, η Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών (Α.Γ.Σ.Α.) μετεξελίσσεται σε Γεωργικό Πανεπιστήμιο Αθηνών αποτελούμενο από επτά ανεξάρτητα Ακαδημαϊκά Τμήματα. Παράλληλα, αρχίζει η αναβάθμιση της Βιβλιοθήκης και προσλαμβάνεται προσωπικό. Το υλικό της εμπλουτίζεται με νέα βιβλία, ταξινομείται σε γενικές κατηγορίες και παρέχονται οι πρώτες υπηρεσίες της προς τους χρήστες.
- Ιδρύθηκε με τον νόμο 1844/1920, ως αυτοτελές Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα με την επωνυμία Ανωτέρα Γεωπονική Σχολή Αθηνών (ΑΓΣΑ) και λίγο αργότερα, με τον νόμο 3894/1929, η σχολή μετονομάζεται από Ανωτέρα σε Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, ονομασία που διατηρήθηκε έως το 1989. Η Βιβλιοθήκη της ΑΓΣΑ ιδρύεται με το Β.Δ. της 13ης Μαΐου 1945 «Περί των δημοσιευμάτων και της Βιβλιοθήκης της Α.Γ.Σ.Α.». Λειτούργησε πολλά χρόνια αποκλειστικά ως φοιτητικό αναγνωστήριο με περιορισμένο υλικό από συγγράμματα καθηγητών ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων.
Πρόσφατες Υποβολές
Ανάπτυξη και χαρακτηρισμός ενεργής συσκευασίας τροφίμων με βάση το πολυγαλακτικό οξύ και συνδυαστική χρήση νανοσωματιδίων οξειδίων μετάλλων και φυσικών βιοδραστικών παραγόντων
Θανοπούλου, Χρυσάφη Α., 2026-07-24. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η παραγωγή πλαστικού έχει αυξηθεί παγκοσμίως και ένα μεγάλο ποσοστό χρησιμοποιείται στην συσκευασία των τροφίμων. Όπως είναι γνωστό υπάρχουν αρκετές συνέπειες τόσο για το περιβάλλον όσο και για τον άνθρωπο. Έτσι και το πλάνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ είναι η μείωση της χρήσης πλαστικού και η αντικατάσταση με ανακυκλώσιμα και βιοδιασπώμενα υλικά συσκευασίας. Γι’ αυτό τον σκοπό, στην παρούσα μελέτη παρήχθησαν φιλμ συσκευασίας τροφίμων από πολυγαλακτικό οξύ (PLA) στo οποίο ενσωματώθηκαν νανοσωματίδια TiO2 σε ποσότητες 1.5% w/w και 3% w/w, και θυμόλη 12% w/w. Έπειτα μελετήθηκαν διάφορα χαρακτηριστικά όπως οι παράμετροι του χρώματος, η διαπερατότητα σε ακτινοβολία UV-vis, η γωνία επαφής και η επιφανειακή ελεύθερη ενέργεια, η διαπερατότητα σε υδρατμούς, οι μηχανικές ιδιότητες, η αντιοξειδωτική ικανότητα, η αντιμικροβιακή ιδιότητα και πραγματοποιήθηκε και εφαρμογή σε φιλέτο τσιπούρας ώστε να μελετηθεί η επέκταση του χρόνου ζωής. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του χαρακτηρισμού των παραχθέντων φιλμ, φαίνεται ότι η προσθήκη νανοσωματιδίων είχε μεγάλη επιρροή στη διαπερατότητα στο φάσμα UV-vis καθώς μειώθηκε σημαντικά στο ορατό φάσμα και μηδενίστηκε στην περιοχή του UV. Η προσθήκη των NPs και της θυμόλης δεν επηρέασαν την υδρόφοβη φύση του PLA, καθώς η γωνία επαφής του νερού και η ελεύθερη ενέργεια επιφάνειας δεν επέδειξαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγορίες φιλμ. H προσθήκη θυμόλης μείωσε σημαντικά το WVTR και το WVP, από 97.34 g/ (day x m2) σε 50.99 g/ (day x m2) και από 4.16 g x mm/ (kPa x d x m2) σε 1.94 g x mm/ (kPa x d x m2), αντίστοιχα, ενώ η προσθήκη νανοσωματιδίων δεν φαίνεται να είχε σημαντικές επιπτώσεις στη διαπερατότητα των υδρατμών. Στις μηχανικές ιδιότητες και συγκεκριμένα στο μέτρο ελαστικότητας του Young, η προσθήκη θυμόλης μείωσε σημαντικά την παράμετρο, από 1766.28 MPa σε 492.05 MPa, ενώ ο συνδυασμός θυμόλης και νανοσωματιδίων επέφερε υψηλότερες τιμές που κυμαίνονταν από 767.22 έως 810.47 MPa. Το ποσοστό % της ελαστικότητας με προσθήκη θυμόλης αυξήθηκε από 15.24% σε 236.26% σε σύγκριση με το απλό PLA, ενώ με την αυξανόμενη συγκέντρωση νανοσωματιδίων η % ελαστικότητα μειώθηκε και κυμάνθηκε μεταξύ 78.27-127.67%. Η αντοχή σε εφελκυσμό είχε υψηλότερες τιμές στα φιλμ με 1.5% w/w και 3% w/w TiO2 (24.96 - 26.47 MPa), ενώ ο συνδυασμός θυμόλης και νανοσωματιδίων δεν επέφερε σημαντικές διαφορές συγκριτικά με το απλό PLA. Όσον αφορά την αντιμικροβιακή ικανότητα η μεγαλύτερη διάμετρος διαύγασης παρατηρήθηκε έναντι του μικροοργανισμού E.faecalis, ενώ όλα τα παραχθέντα φιλμ με βιοδραστικό παράγοντα (ιδίως αυτά που περιείχαν θυμόλη) επέδειξαν έντονη αντιμικροβιακή δράση έναντι όλων των εξεταζόμενων μικροοργανισμών, με μικρότερη επίδραση ως προς το μικροοργανισμό L. monocytogenes. Επίσης, τα φιλμ που περιείχαν θυμόλη παρουσίασαν σημαντική αντιοξειδωτική δράση, η οποία ήταν πιο υψηλότερη όσο αυξανόταν η συγκέντρωση των νανοσωματιδίων. Τέλος, στην εφαρμογή διατηρησιμότητας στο φιλέτο τσιπούρας επιτεύχθηκε επέκταση του χρόνου ζωής κατά μία ημέρα στο φιλμ με προσθήκη 3% NPs και θυμόλης.
Επίδραση της χορήγησης των υποπροϊόντων της καλλιέργειας του μανιταριού στις παραγωγικές αποδόσεις και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των παραγόμενων προϊόντων στα πρόβατα και τα πτηνά
Καραγεώργου, Αγορή Δ., 2027-07-06. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Η αύξηση του ανθρώπινου πληθυσμού έχει οδηγήσει σε αυξημένη ζήτηση γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων, αυξάνοντας ταυτόχρονα τον όγκο των αγροβιομηχανικών αποβλήτων. Η ορθή διαχείριση και αξιοποίησή τους αποτελεί μια περιβαλλοντικά και οικονομικά βιώσιμη πρακτική, συμβάλλοντας στην κυκλική οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό, τα μανιτάρια κατέχουν πλέον σημαντική θέση στην ανθρώπινη διατροφή ως τρόφιμα υψηλής διατροφικής αξίας, γεγονός που έχει οδηγήσει στην εντατικοποίηση της καλλιέργειάς τους. Ωστόσο, από την παραγωγική αυτή διαδικασία προκύπτει μεγάλη ποσότητα υποπροϊόντων (όπως τα εξαντλημένα υποστρώματα και τα απορριφθέντα στελέχη), τα οποία πρέπει να διαχειριστούν κατάλληλα. Η ενσωμάτωση αυτών των υποπροϊόντων στα σιτηρέσια των παραγωγικών ζώων αποτελεί μια βιώσιμη λύση, καθώς μπορεί να ενισχύσει το θρεπτικό προφίλ των παραγόμενων προϊόντων, μειώνοντας παράλληλα το περιβαλλοντικό αντίκτυπο της απευθείας απόρριψής τους. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής αποτέλεσε λοιπόν η μελέτη της επίδρασης της χορήγησης των υποπροϊόντων της καλλιέργειας του μανιταριού Pleurotus ostreatus στις παραγωγικές αποδόσεις και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των παραγόμενων προϊόντων στα πρόβατα και τα πτηνά. Πραγματοποιήθηκαν συνολικά έξι πειράματα: δύο αφορούσαν προβατίνες γαλακτοπαραγωγής, ένα αφορούσε αμνούς, ένα αφορούσε όρνιθες ωοπαραγωγής και τα τελευταία δύο αφορούσαν παχυνόμενα ορνίθια. Στο πρώτο πείραμα αξιολογήθηκε η επίδραση της μερικής αντικατάστασης του αχύρου από το εξαντλημένο υπόστρωμα καλλιέργειας μανιταριών Pleurotus ostreatus (ΕΥΚΜ) σε 30 γαλακτοπαραγωγές προβατίνες. Η πρώτη ομάδα ήταν η ομάδα του μάρτυρα (C), και το σιτηρέσιό της αποτελούνταν από συμπυκνωμένες ζωοτροφές (μίγμα γαλακτοπαραγωγής), χόρτο μηδικής και άχυρο σιταριού σε αναλογία 1:0,6:0,4, η δεύτερη ομάδα ήταν η ομάδα ΕΥΚΜ1, στην οποία αντικαταστάθηκε το άχυρο από ΕΥΚΜ σε ποσοστό 50% και η τρίτη ομάδα ήταν η ομάδα ΕΥΚΜ2, στην οποία αντικαταστάθηκε το άχυρο από ΕΥΚΜ σε ποσοστό 100%. Η αντικατάσταση δεν επέφερε μεταβολές στη γαλακτοπαραγωγή, τη σύσταση και το προφίλ των λιπαρών οξέων του γάλακτος (P > 0,05). Ωστόσο, παρατηρήθηκε βελτίωση της οξειδωτικής σταθερότητας του γάλακτος (P < 0,05), γεγονός που αποδίδεται στις αντιοξειδωτικές ιδιότητες του ΕΥΚΜ. Καταγράφηκε μείωση του αριθμού των πολυμορφοπύρηνων λευκοκυττάρων (P < 0,05), στοιχείο που αποτελεί δείκτη βελτιωμένης υγείας του μαστικού αδένα. Στο δεύτερο πείραμα, χρησιμοποιήθηκαν 16 προβατίνες της φυλής Χίου κατά το τελευταίο στάδιο της γαλακτικής περιόδου, τυχαία κατανεμημένες σε 2 πειραματικές επεμβάσεις, στις οποίες χορηγήθηκαν σιτηρέσια, είτε χωρίς προσθήκη Απορριφθέντων Στελεχών της Καλλιέργειας Μανιταριών (ΑΣΚΜ)-μάρτυρας (ομάδα M), είτε με συμμετοχή του ΑΣΚΜ σε ποσοστό 4 % (ομάδα M1). Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων ως προς την κατανάλωση της τροφής, το επίπεδο της γαλακτοπαραγωγής, τα χημικά χαρακτηριστικά, τον αριθμό και το είδος των σωματικών κυττάρων καθώς στο προφίλ των λιπαρών οξέων του γάλακτος ( P > 0,05). Ωστόσο, τα επίπεδα μηλονικής διαλδεϋδης ήταν χαμηλότερα στην ομάδα Μ1, υποδηλώνοντας βελτιωμένη οξειδωτική σταθερότητα του γάλακτος στα ζώα που λάμβαναν τα ΑΣΚΜ (P=0,099). Το τρίτο πείραμα αφορούσε την επίδραση των ΑΣΚΜ σε παραμέτρους της ανάπτυξης και της ποιότητας του κρέατος. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκαν 24 απογαλακτισμένοι αμνοί της φυλής Χίου, οι οποίοι διαχωρίσθηκαν σε 3 ομάδες: την ομάδα ελέγχου (Μ) που λάμβανε το βασικό σιτηρέσιο, η ομάδα Μ2, στην οποία χορηγήθηκε σιτηρέσιο στο οποίο ενσωματώθηκαν απορριφθέντα στελέχη καλλιέργειας μανιταριών (ΑΣΚΜ) του είδους Pleurotus ostreatus σε ποσοστό 2%, και η ομάδα Μ4, με 4% ΑΣΚΜ. Ως προς τα σωματικά βάρη, την απόδοση σε σφάγιο, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά και το προφίλ λιπαρών οξέων του κρέατος δε βρέθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές (P > 0,05). Η οξειδωτική σταθερότητα βελτιώθηκε, καθώς τα επίπεδα της μηλονικής διαλδεΰδης μειώθηκαν στις ομάδες της επέμβασης (P < 0,05). Το τέταρτο πείραμα αφορούσε την επίδραση των ΑΣΚΜ στις παραγωγικές αποδόσεις, στα ποιοτικά χαρακτηριστικά των αυγών, στην οξειδωτική σταθερότητα και στο ανοσοποιητικό σύστημα ορνίθων ωοπαραγωγής. Χρησιμοποιήθηκαν 256 όρνιθες της φυλής ISA Brown, οι οποίες διαχωρίστηκαν σε 4 πειραματικές ομάδες. Οι πειραματικές ομάδες ήταν: η ομάδα C (μάρτυρας), και οι ομάδες M1, Μ2, Μ4 με χορήγηση σιτηρεσίου ωοτοκίας εμπλουτισμένου με ΑΣΚΜ σε ποσοστό 1, 2 και 4%, αντίστοιχα. Στις ομάδες της επέμβασης, βελτιώθηκε το προφίλ των λιπαρών οξέων (αυξήθηκαν τα πολυακόρεστα και μειώθηκαν τα κορεσμένα), καθώς και η οξειδωτική σταθερότητα των κρόκων (P < 0,05). Επίσης, μειώθηκε η συγκέντρωση της χοληστερόλης στο αίμα και ενισχύθηκε το ανοσοποιητικό σύστημα των ορνίθων (αύξηση T βοηθητικών λεμφοκυττάρων) (P < 0,05), χωρίς να επηρεαστούν αρνητικά οι παραγωγικές τους αποδόσεις. Στο πέμπτο πείραμα μελετήθηκε η επίδραση της συμπληρωματικής χορήγησης ΑΣΚΜ στην ποιότητα του κρέατος, στις αποδόσεις και σε ανοσολογικές παραμέτρους σε παχυνόμενα ορνίθια. Χρησιμοποιήθηκαν 156 ορνίθια (COBB 500), τα οποία χωρίστηκαν τυχαία σε 3 πειραματικές ομάδες. Τα ορνίθια κάθε επέμβασης κατανεμήθηκαν σε 4 κελιά επανάληψης των 13 πτηνών. Η πρώτη ομάδα ήταν η ομάδα ελέγχου (M), στην οποία χορηγήθηκε βασικό σιτηρέσιο χωρίς την προσθήκη ΑΣΚΜ. Στη δεύτερη ομάδα (Π2), στο σιτηρέσιο ενσωματώθηκαν ΑΣΚΜ σε ποσοστό 2%, στην τρίτη ομάδα (Π4), στο σιτηρέσιο ενσωματώθηκαν ΑΣΚΜ σε ποσοστό 4%. Η διατροφική επέμβαση δεν επηρέασε την ποιότητα του κρέατος και τις αποδόσεις. Αντίθετα, παρατηρήθηκε σημαντική βελτίωση στην οξειδωτική σταθερότητα του κρέατος. Το ποσοστό του 2% αναδείχθηκε ως το βέλτιστο επίπεδο ενσωμάτωσης, καθώς βελτίωσε τον δείκτη εκμετάλλευσης της τροφής και το ποσοστό των Τ βοηθητικών λεμφοκυττάρων. Στο έκτο πείραμα αξιολογήθηκε η χρήση του ΕΥΚΜ ως υλικού στρωμνής και η επίδρασή του στα παραγωγικά χαρακτηριστικά, στην ευζωία και στη συμπεριφορά. Χρησιμοποιήθηκαν 104 παχυνόμενα ορνίθια, τα οποία κατανεμήθηκαν σε 2 πειραματικές ομάδες (ομάδα μάρτυρα με άχυρο σίτου και ομάδα επέμβασης με ΕΥΚΜ). Η χρήση του οδήγησε σε αύξηση του τελικού σωματικού βάρους κατά 176 g, χωρίς να επηρεαστεί η πρόσληψη τροφής. Στην ομάδα του ΕΥΚΜ παρατηρήθηκαν λιγότερες φλύκταινες στα πέλματα, καθαρότερο στήθος και βελτιωμένη ικανότητα βάδισης. Εν κατακλείδι, η χρήση του είχε θετική επίδραση στους δείκτες ευζωίας και συμπεριφοράς. Συμπερασματικά, από τα πειράματα που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διδακτορικής διατριβής, η αξιοποίηση των υποπροϊόντων της καλλιέργειας του μανιταριού P. ostreatus αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη εναλλακτική λύση στη ζωική παραγωγή. Η ενσωμάτωσή τους στο σιτηρέσιο συμβάλλει στη βελτίωση της οξειδωτικής σταθερότητας των τελικών προϊόντων, χωρίς να επηρεάζει αρνητικά τις παραγωγικές αποδόσεις. Επιπλέον, η χρήση τους ως υλικού στρωμνής στην πτηνοτροφία έχει άμεσα θετικά αποτελέσματα στη βελτίωση της ευζωίας των πτηνών. Βέβαια, περαιτέρω έρευνα απαιτείται για τη βελτιστοποίηση της ενσωμάτωσής τους στα σιτηρέσια, προκειμένου να διασφαλιστεί η παραγωγή ποιοτικών προϊόντων και η μέγιστη μείωση του κόστους διατροφής των αγροτικών ζώων, ενώ παράλληλα θα διασφαλίζεται η βιωσιμότητα και κυκλική οικονομία στον κλάδο της ζωικής παραγωγής.
Ρύθμιση της ομοιόστασης σιδήρου στον αραβόσιτο
Βεντουρής, Ιωάννης Ε., 2026-07-30. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Ο σίδηρος (Fe) είναι απαραίτητο ιχνοστοιχείο για την ομαλή ανάπτυξη και παραγωγικότητα των φυτών, ενώ η φυτική ύλη αποτελεί βασική πηγή για την κάλυψη των αναγκών, τόσο του ανθρώπου όσο και των ζώων, σε σίδηρο. Ωστόσο, παρά τη σημαντικότητά του και τον μεγάλο αριθμό μελετών που αφορούν στους μηχανισμούς πρόσληψής του από τα φυτά, πολύ λιγότερα είναι γνωστά σχετικά με τις μορφολογικές και ανατομικές μεταβολές που υφίσταται το ριζικό σύστημα υπό συνθήκες ανεπαρκούς θρέψης με Fe, ή για την οργάνωση των -Fe αποκρίσεων κατά μήκος των ριζών. Ακόμα, παρότι ο αραβόσιτος περιγράφεται ως φυτό που ακολουθεί αποκλειστικά τη Στρατηγική ΙΙ για την πρόσληψη του σιδήρου, η παρουσία γονιδίων της Στρατηγικής Ι στο γονιδίωμά του αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της ύπαρξης εναλλακτικών μηχανισμών απορρόφησης σιδήρου. Έτσι, η παρούσα διδακτορική διατριβή εστίασε στο πεδίο της ρύθμισης της ομοιόστασης του σιδήρου στον αραβόσιτο (Zea mays L.) που αφορά στις μορφολογικές, φυσιολογικές, και μοριακές αποκρίσεις του φυτού στην έλλειψη του θρεπτικού αυτού, καθώς επίσης και στην επίδραση των γιββερελλινών στην εκδήλωση της -Fe απόκρισης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην φαινοτυπική ανάλυση και τη μελέτη των μορφολογικών προσαρμογών του ριζικού συστήματος στην έλλειψη σιδήρου, ενώ ακόμα διερευνήθηκε η χωρικότητα των -Fe αποκρίσεων σε μοριακό και φυσιολογικό επίπεδο κατά μήκος των βλαστογενών ριζών, ώστε να διαπιστωθεί αν η απόκριση στην έλλειψη Fe είναι ομοιόμορφη ή διαφέρει μεταξύ της περιοχής της ρίζας που φέρει πλάγιες ρίζες και του ακρορριζίου. Για τον σκοπό αυτό, αρτίβλαστα αραβοσίτου αναπτύχθηκαν σε κατάλληλο υδροπονικό σύστημα σε δύο επίπεδα θρέψης με σίδηρο (επάρκεια ή ανεπάρκεια Fe), ενώ επιπροσθέτως πραγματοποιήθηκαν χειρισμοί είτε με εφαρμογή εξωγενούς GA₃ είτε με προσθήκη του παρεμποδιστή της βιοσύνθεσης γιββερελλινών, mepiquat chloride. Δειγματοληψίες πραγματοποιήθηκαν τόσο βραχυπρόθεσμα (2 ημέρες από την έναρξη των μεταχειρίσεων), όσο και μακροπρόθεσμα (7 ημέρες μετά την έναρξη των μεταχειρίσεων), στο πλαίσιο των οποίων διενεργήθηκαν μετρήσεις και προσδιορισμοί που αφορούσαν τον φαινότυπο του υπέργειου τμήματος και του ριζικού συστήματος, την ποσοτικοποίηση των εναποθέσεων Fe3+ και του σχηματισμού Fe2+ στην επιφάνεια των βλαστογενών ριζών, και την εξέταση της γονιδιακής έκφρασης γονιδίων που συμμετέχουν στη βιοσύνθεση φυτοσιδηροφόρων, στην πρόσληψη Fe, στην αποθήκευση, και στη ρύθμιση της ομοιόστασης του σιδήρου. Η πειραματική διαδικασία πλαισιώθηκε από βιοπληροφορική ανάλυση για τη μελέτη δύο γενετικών τόπων του αραβοσίτου που έχουν συσχετιστεί με τον φαινότυπο της ρίζας και την ομοιόσταση του Fe, όπως επίσης και για την ανάδειξη νέων, υποψήφιων ρυθμιστών της ομοιόστασης του σιδήρου, και για την ταυτοποίηση εγγύς στοιχείων (cis-elements) στους υποκινητές των υπό εξέταση γονιδίων. Όπως αναμενόταν, η ανεπάρκεια σιδήρου επηρέασε δραστικά τον φαινότυπο των φυτών. Το υπέργειο μέρος παρουσίασε έντονη, χαρακτηριστική χλώρωση με έμφαση στα νεότερα φύλλα, ενώ ακόμα παρατηρήθηκε μειωμένη συσσώρευση βιομάζας. Στο ριζικό σύστημα, η ανεπάρκεια Fe επηρέασε το μήκος και τον ρυθμό της επιμήκυνσης των ριζών, και οδήγησε στην εμφάνιση πλάγιων ριζών σε μεγαλύτερη εγγύτητα προς το κορυφαίο μερίστωμα της ρίζας, μειώνοντας έτσι σημαντικά το μήκος του ακρορριζίου. Ο φαινότυπος αυτός στον αραβόσιτο ονομάζεται BTR (Branching at the Terminal 5 centimeters of the Root) και έχει συνδεθεί με τον γενετικό τόπο “chrom7-glb1”. Αντίστοιχα, ο γενετικός τόπος “jpsb79-umc60” εμπλέκεται στην εκδήλωση ενός άλλου -Fe φαινοτύπου της ρίζας, αυτόν της μείωσης του μήκους της. η βιοπληροφορική μελέτη των δύο αυτών γενετικών τόπων ανέδειξε τη σηματοδότηση των γιββερελλινών ως κόμβο μεταξύ της ρύθμισης της ομοιόστασης του Fe και των μορφοανατομικών μεταβολών που υφίσταται η ρίζα κατά την έλλειψη σιδήρου. Ως εκ τούτου, η εξωγενής εφαρμογή GA₃, ακόμη και σε φυτά με επαρκή θρέψη με Fe, προκάλεσε φαινοτυπικές και μοριακές μεταβολές που προσομοίαζαν εκείνες της σιδηροπενίας, ενώ η παρεμπόδιση της βιοσύνθεσης των γιββερελλινών περιόρισε την ένταση των αντίστοιχων φαινοτύπων, υπό έλλειψη σιδήρου. Τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν ότι οι γιββερελλίνες αποτελούν ουσιώδες τμήμα του μηχανισμού μέσω του οποίου ο αραβόσιτος αποκρίνεται στη μειωμένη διαθεσιμότητα σιδήρου. Σε επίπεδο φυσιολογίας, προέκυψε ότι η απόκριση στην ανεπάρκεια σιδήρου εμφανίζει σαφή χωρική οργάνωση κατά μήκος της ρίζας. Πιο συγκεκριμένα, οι αποκρίσεις της περιοχής της ρίζας που φέρει πλάγιες ρίζες φαίνεται να αντανακλούν πρωτίστως τη θρεπτική κατάσταση ολόκληρου του φυτού ως σύστημα, ενώ οι μεταβολές στο ακρορρίζιο διαμορφώνονται περισσότερο από τις τοπικές απαιτήσεις για Fe, και οι οποίες σε μεγάλο βαθμό απορρέουν από τον μεταβολισμό του ακρορριζίου και την ανάπτυξη της ρίζας. Παράλληλα, πέραν του φαινοτύπου και της φυσιολογίας του φυτού διαπιστώθηκε ότι οι γιββερελλίνες εμπλέκονται στη ρύθμιση της πρόσληψης σιδήρου μέσω της Στρατηγικής ΙΙ, καταστέλλοντας τη βιοσύνθεση φυτοσιδηροφόρων και επηρεάζοντας αρνητικά τη μεταφορά του Fe από τη ρίζα προς το υπέργειο μέρος, γεγονός που οδηγεί στη συσσώρευσή του στις ρίζες και στην ταυτόχρονη εκδήλωση ανεπάρκειας σιδήρου στον βλαστό. Τέλος, προέκυψαν σημαντικές ενδείξεις για την ύπαρξη λειτουργικού μηχανισμού απορρόφησης δισθενούς σιδήρου στον αραβόσιτο, ο οποίος φαίνεται να ενεργεί παράλληλα με την πρόσληψη τρισθενούς σιδήρου μέσω της Στρατηγικής II. Η διαπίστωση του σχηματισμού Fe2+ στην επιφάνεια της ρίζας, σε συνδυασμό με τη μελέτη των παραλόγων μεταφορέων δισθενούς σιδήρου ZmIRT1 και ZmIRT2, ενισχύει την άποψη ότι η πρόσληψη σιδήρου στον αραβόσιτο είναι πιο περίπλοκη απ’ ότι θεωρούνταν και δεν περιορίζεται μόνο στη Στρατηγική ΙΙ. Συνολικά, η παρούσα διατριβή παρέχει μια διεξοδική περιγραφή του -Fe φαινοτύπου στον αραβόσιτο, ενώ συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση των μηχανισμών πρόσληψης σιδήρου μέσω της αποσαφήνισης της οργάνωσης της -Fe απόκρισης κατά μήκος της ρίζας, καθώς και της ανάδειξης εναλλακτικής οδού απορρόφησης Fe2+. Ακόμα, καταδεικνύει τον σημαντικό ρόλο των γιββερελλινών στη ρύθμιση της ομοιόστασης του σιδήρου, τόσο σε φαινοτυπικό, όσο και σε μοριακό επίπεδο, ενώ η βιοπληροφορική ανάλυση που διενεργήθηκε ταυτοποίησε νέους ρυθμιστές με ενδεχόμενη εμπλοκή στο δίκτυο ρύθμισης της ομοιόστασης Fe.
Συσχέτιση μορφολογικών χαρακτηριστικών της ελάτης με τις φυτοκοινωνιολογικές μονάδες της ελάτης
Αλαφροπάτης, Σεραφείμ Ε., 2026-07-08. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Καρπενήσι
Ο σκοπός αυτής της μεταπτυχιακής εργασίας είναι η διερεύνηση της συσχέτισης των κυρίαρχων μορφολογικών χαρακτηριστικών, και διαγνωστικών μεταξύ των τριών ειδών της ελάτης, που εμφανίζονται στην Ελλάδα, με τις μονάδες βλάστησης που σχηματίζει η ελάτη. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού χρησιμοποιήθηκαν 226 φυτοληψίες (39 αδημοσίευτες και 187 δημοσιευμένες από άλλους ερευνητές), και μετρήθηκαν τα διαγνωστικά χαρακτηριστικά της ελάτης. Στην Ελλάδα βρέθηκαν 4 μονάδες βλάστησης των δασών ελάτης: (α) η κοινότητα Fagus sylvatica s.l. – Abies, (β) η ένωση Lilio chalcedonicae – Abietetum cephalonicae Barbero & Quézel 1976, (γ) η ένωση Trifolio speciosi – Abietetum borisii-regis Barbero & Quézel 1976 και (δ) η ένωση Helictotricho convoluti – Abietetum cephalonicae Barbero & Quézel 1976. Παρατηρήθηκε υψηλή συσχέτιση των δεικτών του γεωγραφικού μήκους και του γεωγραφικού πλάτους με το δείκτη της πυκνότητας του τριχωτού στους νεαρούς κλαδίσκους, το δείκτη που αφορά τη γωνία της κορυφής των βελονών και το δείκτη εδαφοκάλυψης στη DCA ανάλυση. Η υβριδογενής ελάτη εμφανίζεται σε κρύα και υγρά εδάφη ενώ η κεφαλληνιακή σε θερμά και ξηρά εδάφη. Ο δείκτης της πυκνότητας του τριχωτού στους νεαρούς κλαδίσκους και ο δείκτης για την γωνία της κορυφής των βελονών παρουσιάζει τις μεγαλύτερες τιμές του εκεί που επικρατεί η υβριδογενής ελατή σε αντίθεση από εκεί που εμφανίζεται η κεφαλληνιακή ελάτη που παρουσιάζει τις μικρότερες τιμές.
Implementation of spectroscopic techniques (FTIR, UV–Vis) and thermally modulated MOS gas sensor system (E-nose) in the monitoring of natural black table olive fermentation
Koumoutsi, Evangelia K., 2026-06-30. Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
Table olives are one of the most popular fermented products across the Mediterranean basin. Their consumption since ancient times laid the foundation for the development of merchantry and local market economies. As an indispensable component of the Mediterranean diet, table olive production should rely on a synthesis of traditional agricultural expertise, modern controlled fermentation techniques, and monitoring of the process. However, the methods used for their processing are still based mainly on traditional, empirical, and craft-based practices, in order to control the fermentation process. As a result of this, there are serious concerns regarding safety and spoilage, due to final product’s frequent instability, unpredictability, and difficulty of reproduction. In this study, brines from Kalamata natural black table olives were collected from a spontaneous fermentation driven by the indigenous microflora, and two controlled fermentations using Lactiplantibacillus pentosus B281 and the starter culture Vege-Start 60 containing Lactiplantibacillus plantarum, respectively. The samples were measured using FTIR and UV–Vis spectroscopy, as well as a thermally modulated MOS gas sensor system, in order to determine the chemical profile and the composition of the table olive brine during the fermentation process. Subsequently, the results were statistically analysed using multivariate techniques, and the data were used to train machine learning algorithms for the development of predictive models that could be used to monitor the fermentation process in real-time. The results proved that the fermentation of natural black olives in brine is characterised by an initial period of rapid biochemical reactions, followed by gradual stabilisation. By analysing the chemical profile of the samples, FTIR spectroscopy revealed that the presence of water in the sample caused intense absorption, resulting in overlapping the weaker peaks of the dissolved substances in the brine. Consequently, it was not possible to distinguish the chemical profile of the brines or the stages of product fermentation, leading to the development of models with very low statistical indices and high errors. In contrast, the evaporation of the brine samples prior to FTIR measurement played a decisive role in identifying the chemical composition and creating reliable, robust, and accurate models for process monitoring. FTIR analysis of evaporated samples revealed rich spectral features, particularly in the fingerprint region (1800–800 cm-1), enabling the monitoring of major biochemical transformations such as lactic acid production, carbohydrate consumption, and phenolic modifications. These models achieved statistical indices, such as coefficient of determination of prediction (R2p) and ratio of performance to interquartile distance (RPQI), of up to 0.83 and 3.26, respectively, and in particular, the pre-processed models demonstrated the best performance, with accurate discrimination of the fermentation stages. UV–Vis spectroscopy further supported these findings, exhibiting an increase in absorbance in the 330–400 nm range. These changes were associated mainly with the diffusion and transformation of phenolic compounds, reflecting the transition towards chemical equilibrium. The thermally modulated MOS gas sensor analysis (E-nose) showed volatile compound (VOC) evolution, following a similar pattern of pronounced changes during the initial fermentation stages and stabilisation thereafter. Multivariate statistical analysis using PLS-R models confirmed that the reliable prediction of fermentation time is possible. Moreover, the best results are achieved with the UV–Vis (R2p = 0.828 and RPQI = 3.81) and evaporated-film FTIR (R2p = 0.875 and RPQI = 2.92) analysis when the proper pre-processing is performed. In particular, the use of logarithmic transformation significantly improved model performance, capturing the non-linearity and the heteroscedasticity of the system. In conclusion, the integration of spectroscopic techniques and machine learning is promising for real-time, non-destructive table olive fermentation monitoring, with spectral fingerprints effectively detecting the microbiological and chemical evolution of the process.
